Η Οικοτεχνία Καγιάς αποτελεί μια ελληνική παραγωγική οικοτεχνία με έδρα της τη Βαμβακούσσα Σερρών, η ιστορία της οποίας ξεκινά το 2012. Η οικογενειακή επιχείρηση δραστηριοποιείται στην καλλιέργεια, επεξεργασία, μεταποίηση και απευθείας διάθεση αγροτικών προϊόντων, με βασικό προϊόν τα αράπικα φιστίκια, ακολουθώντας μια στρατηγική πλήρους ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας, από το χωράφι μέχρι το τελικό προϊόν. Ο Βασίλης Καγιάς, ο οποίος ανήκει στην τρίτη γενιά της οικογένειας, μίλησε στο BusinessNews.gr για τη φιλοσοφία της οικοτεχνίας, η οποία βασίζεται στον έλεγχο όλης της διαδικασίας: από το χωράφι και την πρώτη ύλη, μέχρι την επεξεργασία, την τυποποίηση και την τελική διάθεση στον καταναλωτή. Πρόκειται για τη δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού brand τροφίμων, που στηρίζεται στην ίδια του την παραγωγή, στην επένδυση σε μεταποίηση και τυποποίηση, και στη σύνδεση με τον τελικό καταναλωτή.
Τα πρώτα χρόνια
Η ενασχόληση της οικογένειας Καγιά με την καλλιέργεια αράπικου φιστικιού ξεκίνησε το 2012, αρχικά με μικρή στρεμματική έκταση. Τα πρώτα χρόνια, η παραγωγή διοχετευόταν κυρίως στη χονδρική αγορά, χωρίς κάποιο εμπορικό σήμα, ενώ η επεξεργασία γινόταν σε τρίτους. Η δραστηριότητα επικεντρωνόταν κυρίως στην παραγωγή πρώτης ύλης, ακολουθώντας το παραδοσιακό μοντέλο διάθεσης αγροτικών προϊόντων, μη διαθέτοντας δηλαδή άμεση επαφή με τον τελικό καταναλωτή.
Το επόμενο βήμα ήρθε μέσα από επενδύσεις σε εξοπλισμό επεξεργασίας και αποφλοίωσης του αράπικου φιστικιού. Η κίνηση αυτή επέτρεψε στην επιχείρηση να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στη διαχείριση της παραγωγής και μεγαλύτερο έλεγχο στο προϊόν, αναλαμβάνοντας την επεξεργασία, την αποφλοίωση, το ψήσιμο και τη μεταποίηση των προϊόντων. Παράλληλα, η οικογένεια άρχισε σταδιακά να αντιμετωπίζει την παραγωγή όχι μόνο ως αγροτική δραστηριότητα αλλά ως τη βάση για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης επιχείρησης τροφίμων, με δυνατότητα ανάπτυξης ιδιόκτητων προϊόντων.
Σημειώνεται ότι η οικοτεχνία διατηρεί οικογενειακό χαρακτήρα, με ενεργή συμμετοχή των μελών της σε διαφορετικούς ρόλους, γεγονός που επιτρέπει την επικοινωνία και την εμπιστοσύνη.

Επένδυση στη μεταποίηση
Καθοριστικό σημείο στην πορεία της επιχείρησης αποτέλεσε το 2021, όταν μετά την περίοδο της πανδημίας πραγματοποιήθηκαν νέες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό μεταποίησης. Την ίδια περίοδο παρουσιάστηκε το πρώτο τυποποιημένο προϊόν της οικοτεχνίας: φιστικοβούτυρο από 100% αράπικο φιστίκι, χωρίς πρόσθετα συστατικά. Η κίνηση αυτή σηματοδότησε την είσοδο της επιχείρησης στην αγορά των επώνυμων τροφίμων και αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα ανάπτυξη της γκάμας προϊόντων της. Στη συνέχεια, η σειρά διευρύνθηκε με νέες γεύσεις φιστικοβούτυρου, όπως φράουλα, καραμέλα, μπανάνα και πραλίνα φουντουκιού. Όσον αφορά τη διανομή των προϊόντων της επιχείρησης, από την τοπική αγορά μεταφέρθηκαν αρχικά εκτός του νομού των Σερρών, και έπειτα ξεκίνησαν να τοποθετούνται σε καταστήματα λιανικής σε διάφορες περιοχές της χώρας. Στην συνέχεια αναπτύχθηκαν νέες συνεργασίες, ενώ τα τελευταία 10-12 χρόνια η επιχείρηση ασχολείται και με την χονδρική πώληση.
Παράλληλα με την ανάπτυξη της μεταποίησης, συνεχίζει να επενδύει στην πρωτογενή παραγωγή και σε νέες καλλιέργειες. Σήμερα καλλιεργούνται περίπου 200 στρέμματα αράπικα φιστίκια και 50 στρέμματα σουσάμι, ενώ το 2025 πραγματοποιήθηκε η αγορά των πρώτων κτημάτων με αμυγδαλιές, φουντουκιές και καρυδιές. Οι νέες αυτές καλλιέργειες αποτελούν και ένα από τα βασικά σχέδια επέκτασης της επιχείρησης. Η επιλογή αφορούσε δέντρα μεγάλης ηλικίας, επιτρέποντας της να αποκτήσει άμεσα παραγωγή και να εμπλουτίσει τη γκάμα των προϊόντων της με νέες πρώτες ύλες. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική δημιουργίας ενός ευρύτερου χαρτοφυλακίου προϊόντων.
Σήμερα η οικοτεχνία δραστηριοποιείται ενεργά σε δύο κατηγορίες προϊόντων: τους ξηρούς καρπούς και τα αλείμματα, επεκτείνοντας τη σειρά αλειμμάτων της με βάση τους ξηρούς καρπούς. Η γκάμα περιλαμβάνει φιστικοβούτυρο, αμυγδαλοβούτυρο, καρυδοβούτυρο, φουντουκοβούτυρο και άλλα φυσικά αλείμματα. Χαρακτηριστικό είναι το άλειμμα με βάση το σουσάμι που παρουσιάστηκε πρώτη φορά πέρυσι, το οποίο είχε ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση από το καταναλωτικό κοινό. Όπως αναφέρεται και στην ιστοσελίδα της, η επιχείρηση διαθέτει προϊόντα από ξηρούς καρπούς δικής της παραγωγής, χωρίς συντηρητικά, πρόσθετη ζάχαρη ή φοινικέλαιο, ενώ δίνει έμφαση στο καθημερινό ψήσιμο σε μικρές παρτίδες.
Ταυτόχρονα, η οικοτεχνία εντάσσει φέτος για πρώτη φορά στην παραγωγή της τα όσπρια, με τους νέους κωδικούς προϊόντων (φασόλια, ρεβίθια, φακή) να αναμένονται διαθέσιμοι στο ράφι τον Σεπτέμβριο. Στα σχέδια της Καγιάς Fine Foods περιλαμβάνεται ακόμη η αναβάθμιση των καταλόγων με την περαιτέρω διεύρυνση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου.

Από τη λιανική στο μοντέλο Direct to Consumer
Το 2024 η Καγιάς Fine Foods προχώρησε σε ένα ακόμη σημαντικό στρατηγικό βήμα, υιοθετώντας το μοντέλο Direct to Consumer (D2C), διαθέτοντας πλέον την παραγωγή και τα προϊόντα της απευθείας στους καταναλωτές μέσω του e-shop της επιχείρησης. Σήμερα, οι πωλήσεις μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη της οικοτεχνίας, με το 98% των πωλήσεων της να προέρχονται από αυτό. Παράλληλα, διαθέτει σημαντική διαδικτυακή παρουσία και στην ιστοσελίδα της μπορεί κανείς να διαβάσει: «Είμαστε μια οικογενειακή επιχείρηση με βαθιές ρίζες στον τόπο μας και μεράκι για την ελληνική γη. Ο στόχος μας είναι απλός αλλά ουσιαστικός: να καλλιεργούμε με φροντίδα, να παράγουμε με υπευθυνότητα και να φέρνουμε στο ράφι του σπιτιού σας αυθεντικά ελληνικά προϊόντα δικής μας παραγωγής, που ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους και τη γεύση τους. Οι αξίες που μας καθοδηγούν είναι η αγάπη για τη γη, η πίστη στην τοπική παραγωγή και ο σεβασμός στον καταναλωτή».
Σύμφωνα με τον κ. Καγιά, η συγκεκριμένη κίνηση δεν είχε ως στόχο μόνο την ανάπτυξη των πωλήσεων, αλλά και τη δημιουργία μιας άμεσης σχέσης εμπιστοσύνης με τον καταναλωτή. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η ανάδειξη της ιστορίας της επιχείρησης και της αξίας της ελληνικής παραγωγής μέσα από ένα σύγχρονο μοντέλο διάθεσης. Σήμερα η επιχείρηση αριθμεί περίπου 2.000 πελάτες λιανικής, ενώ ο κύκλος εργασιών της έχει αυξηθεί κατά περίπου 1.000% από το 2023 έως σήμερα.

Νέες επενδύσεις και στόχος η εξωστρέφεια
Η οικοτεχνία Καγιάς συνεχίζει να επενδύει σε εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και υποδομές, με βασικό στόχο κυρίως την αναβάθμιση των μηχανημάτων και την επέκταση των εγκαταστάσεων φέτος, επιδιώκοντας την περαιτέρω εξέλιξη της παραγωγής και της μεταποίησης. Συγκεκριμένα, οι φούρνοι της επιχείρησης αποτελούν βασικό στοιχείο, καθώς θα αποφέρουν ακόμη μεγαλύτερη επεξεργασία προϊόντων.
Παράλληλα, σχεδιάζει τα επόμενα βήματα εξωστρέφειας, εξετάζοντας την επέκταση σε αγορές του εξωτερικού. Στους βασικούς στόχους περιλαμβάνονται η Κύπρος, στην οποία αναμένεται να πραγματοποιηθούν και οι πιο άμεσες ενέργειες εντός του χρόνου, η Γερμανία, η Ολλανδία και άλλες χώρες κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επίκεντρο το ίδιο μοντέλο άμεσης διάθεσης και επικοινωνίας με τον τελικό καταναλωτή.
Στα σχέδια της επιχείρησης περιλαμβάνεται ακόμη η επέκταση των προϊόντων της στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, η δυναμική παρουσία στη χονδρική αγορά αλλά και η περεταίρω διεύρυνση των συνεργασιών της. Όπως επισημαίνει ο κ. Καγιάς στο BusinessNews.gr, οι καταναλωτές εκτιμούν ιδιαίτερα το μοντέλο από «το χωράφι στο ράφι» και επιθυμούν να έρχονται πιο κοντά στον παραγωγό. Καθώς η επιχείρηση διευρύνει το παραγωγικό της αποτύπωμα και εξετάζει νέες αγορές, υπάρχει αισιοδοξία για την πορεία με στόχο τη συνεχή επένδυση σε υποδομές και τη στρατηγική σύνδεση με τον τελικό καταναλωτή.