Η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία, ένας κλάδος που για δεκαετίες βρέθηκε αντιμέτωπος με κρίσεις, απαξίωση και απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας, φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα περίοδο ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η αυξανόμενη ανάγκη της Ευρώπης για αμυντική αυτονομία, η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού και η αναζήτηση νέων βιομηχανικών πυλώνων ανάπτυξης δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στον διεθνή ναυπηγικό χάρτη.
Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκονται τα τρία μεγάλα ναυπηγικά κέντρα της χώρας - τα ναυπηγεία της ONEX σε Ελευσίνα και Σύρο, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας. Κοινός παρονομαστής των πρωτοβουλιών είναι η ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών με ισχυρούς βιομηχανικούς ομίλους του εξωτερικού, κυρίως από τη Νότια Κορέα, τη Γερμανία και τη Γαλλία, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στο ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο. Οι συνεργασίες αυτές αποσκοπούν στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, στη μεταφορά τεχνογνωσίας, στην ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών και στη δημιουργία ενός σύγχρονου βιομηχανικού οικοσυστήματος.
Οι επικεφαλής των τριών ναυπηγείων, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, περιγράφουν μια κοινή εικόνα: την προσπάθεια μετατροπής της Ελλάδας σε περιφερειακό κέντρο ναυπηγικής, αμυντικής βιομηχανίας, επισκευών, συντήρησης και κατασκευής εξειδικευμένων πλοίων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, αναδεικνύουν τη σημασία των νέων επενδύσεων για τη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και την ενίσχυση της βιομηχανικής παρουσίας της χώρας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά νέες παραγωγικές δυνατότητες στον αμυντικό και βιομηχανικό τομέα, τα ελληνικά ναυπηγεία επιδιώκουν να αξιοποιήσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας: τη ναυτική της παράδοση, τη γεωγραφική της θέση και την εμπειρία που διαθέτει σε έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
ONEX: Το Project Trident
Το πλέον φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο παρουσιάζεται από την ONEX μέσω του Project Trident, ενός προγράμματος συνολικού ύψους 1,35 δισ. ευρώ που φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια πλήρως καθετοποιημένη γραμμή παραγωγής πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων με ελληνική συμμετοχή που θα υπερβαίνει το 70% του συνολικού έργου.
Στο επίκεντρο του σχεδίου βρίσκεται η στρατηγική συνεργασία με τη νοτιοκορεατική Hanwha Ocean για την ανάπτυξη δυνατοτήτων ναυπήγησης προηγμένων υποβρυχίων και φρεγατών. Σύμφωνα με το επενδυτικό πλάνο, ο πρώτος πελάτης που θα επιλέξει να ενταχθεί στη γραμμή παραγωγής φρεγατών θα παραλάβει το πρώτο πλοίο το 2031, ενώ η παράδοση του πρώτου υποβρυχίου προβλέπεται για το 2034.
Το σχέδιο αναπτύσσεται σε τρεις φάσεις. Η πρώτη, ύψους 150 εκατ. ευρώ, αφορά την ενίσχυση των δυνατοτήτων συντήρησης και επισκευής πλοίων μέσω νέων υποδομών και δεξαμενών. Η δεύτερη, ύψους 200 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει αναβάθμιση λιμενικών εγκαταστάσεων και ανάπτυξη σύγχρονων logistics. Η τρίτη και μεγαλύτερη φάση, ύψους 1 δισ. ευρώ, προβλέπει την εγκατάσταση προηγμένου βιομηχανικού εξοπλισμού και αυτοματοποιημένων γραμμών παραγωγής.
Ο πρόεδρος του Ομίλου ONEX, Πάνος Ξενοκώστας, υπογραμμίζει ότι ο στόχος είναι τα ναυπηγεία της Ελευσίνας και της Σύρου να εξελιχθούν στον "νότιο πυλώνα" της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας.
Όπως σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η επόμενη ημέρα συνδέεται με την εισαγωγή τεχνολογιών αυτοματισμού, ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και με τη μεταφορά κρίσιμης τεχνογνωσίας που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αποκτήσει δυνατότητες ναυπήγησης υποβρυχίων, φρεγατών και άλλων σύνθετων ναυτικών μονάδων.
Παράλληλα, το πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει έως και 10.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας, ενισχύοντας σημαντικά την απασχόληση και την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή.
Σκαραμαγκάς: Σύνδεση με το νέο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα
Σημαντικό ρόλο στη νέα εικόνα της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας διεκδικούν και τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, τα οποία μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την επανεκκίνηση της λειτουργίας τους έχουν αναπτύξει δραστηριότητα τόσο στον εμπορικό όσο και στον αμυντικό τομέα.
Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται οι συνεργασίες με τη νοτιοκορεατική HD Hyundai Heavy Industries και τη γερμανική TKMS.
Η συμφωνία με τη HD Hyundai Heavy Industries αφορά τη σχεδίαση και παραγωγή πλοίων επιφανείας και αναμένεται να ενισχύσει τη συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας σε μελλοντικά προγράμματα ναυπήγησης, μεταφέροντας τεχνογνωσία και βέλτιστες πρακτικές από έναν από τους μεγαλύτερους ναυπηγικούς ομίλους παγκοσμίως.
Παράλληλα, η συνεργασία με την TKMS επικεντρώνεται στην αναβάθμιση των υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία που διαθέτει η γερμανική εταιρεία στα υποβρύχια τύπου 214.
Ο διευθύνων σύμβουλος των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η πορεία των ναυπηγείων αποτελεί παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η αναβίωση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας μπορεί να συνδεθεί με τις νέες ανάγκες της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.
Όπως αναφέρει, η Ελλάδα διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, τη γεωστρατηγική θέση και τη ναυτική παράδοση που απαιτούνται ώστε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάπτυξη των ναυπηγείων δεν αφορά μόνο την παραγωγική δραστηριότητα, αλλά και τη δημιουργία τεχνογνωσίας, προστιθέμενης αξίας και νέων θέσεων εργασίας που μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την ελληνική οικονομία.
Σαλαμίνα: Συμμετοχή σε διεθνή αμυντικά προγράμματα
Στον τρίτο πυλώνα της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας επενδύουν στη στρατηγική της εξειδίκευσης και της συμμετοχής σε διεθνείς αμυντικές αλυσίδες παραγωγής.
Η εταιρεία έχει ήδη αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στην υποστήριξη αμυντικών προγραμμάτων υψηλής τεχνολογίας και συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή τμημάτων πολεμικών πλοίων για διεθνείς πελάτες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία με τη γαλλική Naval Group στο πρόγραμμα των φρεγατών FDI, μέσω της οποίας τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας κατασκευάζουν κρίσιμα μεταλλικά τμήματα για πλοία που προορίζονται τόσο για το Γαλλικό όσο και για το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των Ναυπηγείων Σαλαμίνας, Γιώργος Κόρος, εκτιμά ότι η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία, η οποία συνδέεται τόσο με τις γεωπολιτικές εξελίξεις όσο και με την προσπάθεια της Ευρώπης να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία.
Όπως τονίζει, το ζητούμενο δεν είναι η μαζική παραγωγή αλλά η ανάπτυξη πλοίων υψηλής προστιθέμενης αξίας για εξειδικευμένες αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας εξετάζουν την επέκταση των δραστηριοτήτων τους στη ναυπήγηση εμπορικών πλοίων νέας γενιάς, με ιδιαίτερη έμφαση σε LNG carriers και πλοία ξηρού φορτίου υψηλών προδιαγραφών.
Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή μετάβαση και τη διεθνή ζήτηση για περισσότερο αποδοτικά και περιβαλλοντικά φιλικά πλοία, έναν τομέα στον οποίο η ελληνική βιομηχανία επιδιώκει να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα όλες τις προϋποθέσεις για να μετατρέψει τη ναυτιλιακή της ισχύ και τη γεωστρατηγική της θέση σε βιομηχανική υπεραξία, με τη ναυπηγική βιομηχανία να εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.
Η κοινή συνισταμένη και των τριών περιπτώσεων είναι ότι η αναβίωση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα μεμονωμένο βιομηχανικό εγχείρημα, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής που συνδέει την οικονομία, την τεχνολογία, την άμυνα και την εξωστρέφεια. Οι διεθνείς συνεργασίες που έχουν ήδη δρομολογηθεί δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε τα ελληνικά ναυπηγεία να αποκτήσουν εκ νέου σημαντική θέση στον παγκόσμιο χάρτη, μετατρέποντας έναν παραδοσιακό κλάδο της οικονομίας σε μοχλό ανάπτυξης για τις επόμενες δεκαετίες.