Η γερμανική εταιρεία αθλητικών ειδών Puma ανακοίνωσε την Πέμπτη λειτουργικά κέρδη πρώτου τριμήνου που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις, υποστηριζόμενα από εκκαθάριση αποθεμάτων και χαμηλότερα λειτουργικά έξοδα.
Τα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) αυξήθηκαν κατά 19,6%, φτάνοντας τα 51,9 εκατ. ευρώ, έναντι προβλέψεων αναλυτών για 43 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με δημοσκόπηση της εταιρείας. Η άνοδος αποδόθηκε σε υψηλότερο μεικτό περιθώριο κέρδους, το οποίο ενισχύθηκε από αναστροφές προβλέψεων αποθεμάτων, χαμηλότερα κόστη μεταφοράς και μεγαλύτερο ποσοστό απευθείας πωλήσεων στους καταναλωτές.
Οι πωλήσεις, προσαρμοσμένες για συναλλαγματικές διακυμάνσεις, διαμορφώθηκαν στα 1,86 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 1% αλλά υψηλότερες από τις εκτιμήσεις των αναλυτών για 1,82 δισ. ευρώ. Το αποτέλεσμα αυτό στηρίχθηκε στην απομείωση των αυξημένων αποθεμάτων, κυρίως μέσω επιλεγμένων συνεργατών στο χονδρικό κανάλι.
Τα αποθέματα μειώθηκαν κατά 8,6%, στα 1,9 δισ. ευρώ. Ο διευθύνων σύμβουλος Arthur Hoeld δήλωσε ότι η εταιρεία «κατάφερε να μειώσει τα αποθέματα ταχύτερα από τον προγραμματισμό, να εξορθολογίσει το χαρτοφυλάκιο προϊόντων και να αντιμετωπίσει λειτουργικές αναποτελεσματικότητες».
Τα αποτελέσματα αποτελούν ένα πρώτο δείγμα προόδου για τον Hoeld, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον περασμένο Ιούλιο. Η Puma ανακοίνωσε επίσης τον διορισμό του Mark Langer, πρώην CEO της Hugo Boss και CFO της Douglas, στη θέση του οικονομικού διευθυντή, με ισχύ από την Παρασκευή.
Ο αναλυτής Felix Jonathan Dennl της Metzler επισήμανε ότι ο Langer διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αναδιάρθρωση και διαχείριση χρέους της Douglas.
Υπό τη διοίκηση του Hoeld, η Puma βρίσκεται σε διαδικασία αναστροφής πορείας, έπειτα από υποτονική ζήτηση για αθλητικά είδη και τα sneakers Speedcat, καθώς και τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος από τους αμερικανικούς δασμούς στις εισαγωγές.
Νωρίτερα φέτος, η μεγαλύτερη εταιρεία αθλητικών ειδών της Κίνας και ιδιοκτήτρια της Fila, Anta Sports Products, συμφώνησε να αποκτήσει ποσοστό 29% στην Puma. Λίγο αργότερα, προέκυψε από ανακοίνωση ότι ο δισεκατομμυριούχος Mike Ashley, μέσω της Frasers Group, έγινε ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της εταιρείας.
Η Frasers έχει στο παρελθόν αξιοποιήσει μειοψηφικές συμμετοχές σε εταιρείες ως μοχλό πίεσης για στρατηγικές αλλαγές.