Με τα κεφάλαια υπό διαχείριση να φτάνουν πλέον τα 442,5 εκατ. ευρώ και το δίκτυο των επενδυτών να πλησιάζει τους 50, το SMERemediumCap (SMERC) του Νίκου Καραμούζη περνά σε φάση μεγαλύτερης ωρίμανσης, όπου «τρέχουν» παράλληλα δύο διαδικασίες: από τη μία η αναζήτηση νέων ευκαιριών μέσω του δεύτερου fund και από την άλλη οι πρώτες οργανωμένες αποεπενδύσεις από το αρχικό όχημα.
Στο περιθώριο της παρουσίασης του The Olive Legend Group (όπου το SMERC είναι βασικός μέτοχος), ο managing partner του σχήματος έδωσε τη συνολική εικόνα των δύο funds. Το πρώτο SMERemediumCap, που δημιουργήθηκε το 2019 με 142,5 εκατ. ευρώ, έχει ολοκληρώσει το επενδυτικό του πρόγραμμα, πραγματοποιώντας 24 τοποθετήσεις σε έξι θεματικούς πυλώνες. Το δεύτερο fund, μετά το πρώτο του κλείσιμο που είχε γνωστοποιηθεί τις προηγούμενες εβδομάδες, έχει αντλήσει μέχρι στιγμής 200 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό «war chest» στα 442,5 εκατ. ευρώ.
Πρώτες αποεπενδύσεις: Tethys και απόδοση ~20%
Καθώς το SMERC ετοιμάζει «καύσιμα» για τον νέο κύκλο τοποθετήσεων, έχει ήδη ανοίξει και ο δρόμος των εξόδων από το πρώτο fund. Το πιο καθαρό έως τώρα παράδειγμα είναι η Tethys, το επενδυτικό όχημα μέσω του οποίου το σχήμα συμμετείχε στην εξαγορά και αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου ξενοδοχειακών μονάδων, σε συνεργασία με ιδιώτες επενδυτές. Η επιστροφή των κεφαλαίων έχει ολοκληρωθεί, με συνολική απόδοση περίπου 20%, στέλνοντας το πρώτο «σήμα» για το πώς θα ξεδιπλωθεί η στρατηγική αποεπένδυσης.
Χαρτοφυλάκιο με διαφορετικές ταχύτητες
Ανάμεσα στο νέο fund που «χτίζει» θέσεις και στο πρώτο που αρχίζει να κλείνει κύκλους, το χαρτοφυλάκιο εμφανίζει μικτή εικόνα: εταιρείες που έχουν σταθεροποιηθεί και επιταχύνουν, άλλες που βρίσκονται σε turnaround, αλλά και περιπτώσεις όπου η αγορά δεν επέτρεψε το αρχικό business plan.
Άροσις: ανάπτυξη +15% και ισχυρότερο αποτύπωμα στις ΗΠΑ
Η Άροσις αποτελεί μία από τις πιο «καθαρές» ιστορίες εξωστρέφειας στο χαρτοφυλάκιο. Σύμφωνα με τον κ. Καραμούζη, η εταιρεία κινείται με ρυθμό αύξησης περίπου 15% σε ετήσια βάση, ενώ έχει ήδη ανοίξει δραστηριότητα στις ΗΠΑ, προσθέτοντας νέο κανάλι ανάπτυξης στο export story της.
Η επιλογή της εταιρείας να δίνει βάρος στο επώνυμο προϊόν και όχι στη «γυμνή» χονδρική λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στις πιέσεις κόστους και στις εισαγωγές χαμηλών τιμών. Σήμερα γύρω από την Άροσις έχει αναπτυχθεί δίκτυο περίπου 250 παραγωγών.
Σε επίπεδο αριθμών, το 2024 ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 4 εκατ. ευρώ (από 3,43 εκατ. το 2023), ενώ το 2025 συνεχίστηκε η ανοδική πορεία. Παράλληλα, το 2025 οι πωλήσεις στις ΗΠΑ έφτασαν τα 1,4 εκατ. ευρώ, από περίπου 200 χιλ. ευρώ τα προηγούμενα χρόνια. Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης, τον Μάρτιο του 2025 η μητρική AMITOS προχώρησε στην απόκτηση της «Προϊόντα Γης Βοΐου», εταιρείας οσπρίων με έδρα την Κοζάνη. Μετά την εξαγορά, έχει τεθεί ως επόμενο βήμα επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 5 εκατ. ευρώ για εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων, αναβάθμιση δυναμικότητας και νέες αποθήκες, αξιοποιώντας εγκεκριμένη επιδότηση από τον αναπτυξιακό νόμο.
Organic 3S: νέα επένδυση με στόχο παραγωγική ενίσχυση και private label
Στον χώρο του healthy snacking, η Organic 3S μετακινείται από τη λογική ενός ακόμη brand προς τη λογική «πλατφόρμας». Το SMERC προετοιμάζει νέα επενδυτική κίνηση στην εταιρεία, με στόχο να μεγαλώσει την παραγωγική της βάση και να ενισχύσει δραστηριότητες private label/contract manufacturing, σε μια κατηγορία που αναπτύσσεται έντονα στην Ευρώπη.
Τα μεγέθη δείχνουν επιτάχυνση: το 2024 ο κύκλος εργασιών ανέβηκε στα 6,71–6,72 εκατ. ευρώ από 4,85 εκατ. ευρώ το 2023 (+~38%), ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν κοντά στις 172 χιλ. ευρώ (από ~145 χιλ. ευρώ). Το EBITDA διαμορφώθηκε περίπου στα 277 χιλ. ευρώ (από ~220 χιλ. ευρώ το 2023), με μικτό περιθώριο που προσεγγίζει το 29,4%. Η κατεύθυνση του private label εκτιμάται ότι μπορεί να αυξήσει την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων, να «κλειδώσει» μεγαλύτερους όγκους και να επιταχύνει τη διεθνή διείσδυση.
Εμφιαλωμένο νερό: πίεση από ανταγωνισμό και ανθεκτικότητα μέσα από κερδοφορία
Από τις πιο απαιτητικές εξισώσεις είναι η «Σ. Μεντεκίδης» (brands ΔΙΟΣ και Σέλι), όπου το SMERC έχει τοποθετηθεί από κοινού με την EOS Capital και τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, μέσω της Water Invest (μαζί και με τον Απόστολο Ταμβακάκη). Το βασικό ζήτημα είναι η κλιμάκωση του ανταγωνισμού, με νέους παίκτες να πιέζουν τιμές και αποδόσεις και με σχήματα που μπορούν να «αντέχουν» ζημιές για μεγάλο διάστημα, συντηρώντας επιθετική τιμολογιακή πολιτική.
Παρότι υπάρχει είσοδος σε μεγάλες αλυσίδες (όπως ο Σκλαβενίτης), το μοντέλο που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χονδρική και στα μικρά σημεία πώλησης εμφανίζεται πιο ευάλωτο σε σχέση με τα ισχυρά επώνυμα προϊόντα. Η μετατόπιση της κατανάλωσης προς το σπίτι και η άνοδος του delivery έχουν συμπιέσει τη μικρή λιανική και τα παραδοσιακά χονδρικά κανάλια.
Για το 2025 επισημάνθηκε ότι η χρονιά εξελίχθηκε μέσα σε δύσκολο περιβάλλον, με τις καιρικές συνθήκες να λειτουργούν τελικά υποστηρικτικά, ενώ η εταιρεία διατηρεί κερδοφορία που υπερβαίνει τα 4 εκατ. ευρώ.
ΕΨΑ: turnaround με ορόσημο το 2026 και στόχο κέρδη το 2027
Η ΕΨΑ παραμένει ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά turnaround cases του χαρτοφυλακίου. Η επένδυση έγινε σε συνθήκες που επέτρεψαν ευνοϊκή είσοδο, όμως η «πρώτη στροφή» αποδείχθηκε πιο απαιτητική, λόγω αγοράς και εσωτερικών αναδιαρθρώσεων. Το 2026 περιγράφεται ως χρονιά-ορόσημο, με στόχο το break even, ενώ η επιστροφή σε καθαρή κερδοφορία τοποθετείται στο 2027.
Το δυνατό χαρτί εξακολουθεί να είναι το brand, ενώ η συνεργασία με την Pepsico λειτουργεί ως μοχλός ανανέωσης της εμπορικής εικόνας. Στο σκέλος του κόστους, οι παρεμβάσεις έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδουν: από μειώσεις τιμών και επαναδιαπραγματεύσεις προμηθευτών επιτεύχθηκε εξοικονόμηση περίπου 1 εκατ. ευρώ. Ειδική έμφαση δόθηκε και στο ενεργειακό κόστος, με συνεργασία με τον όμιλο Μυτιληναίου, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις από την ενέργεια.
Στο εμπορικό πεδίο, αναφέρθηκε ότι το μερίδιο αγοράς έχει ανακάμψει στο 14,5%. Ωστόσο, το 2024 ήταν η πιο δύσκολη χρονιά των τελευταίων δεκαετιών, με ζημιές μετά φόρων 4,44 εκατ. ευρώ (από 1,04 εκατ. ευρώ το 2023), EBITDA -3,01 εκατ. ευρώ και τζίρο 12,88 εκατ. ευρώ. Από την εξαγορά της το 2023, έχουν τοποθετηθεί 12,8 εκατ. ευρώ νέα κεφάλαια, με το μετοχικό κεφάλαιο να αυξάνεται από 4,83 σε 14,43 εκατ. ευρώ.
KROP: όταν η πρόσβαση στο ράφι γίνεται «τείχος»
Στον αντίποδα, η KROP αποτελεί παράδειγμα επένδυσης που δοκιμάστηκε έντονα. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, το προϊόν δεν βρήκε την εμπορική εξέλιξη που είχε σχεδιαστεί, με αποτέλεσμα η επένδυση να βρίσκεται ουσιαστικά σε αναστολή. Παράλληλα, έχει ανοίξει διαδικασία εξυγίανσης, καθώς η εταιρεία κατέθεσε το καλοκαίρι αίτηση προληπτικών μέτρων.
Η περίπτωση ανέδειξε και ένα πιο δομικό πρόβλημα: για μικρούς παραγωγούς και μικρές εταιρείες, το κόστος εισόδου στα ράφια μεγάλων αλυσίδων είναι πολύ υψηλό, με απαιτήσεις που μπορεί να φτάνουν ακόμη και τις 100.000 ευρώ για μια δοκιμαστική παρουσία έξι μηνών. Στο SMERC το συμπέρασμα είναι ότι μεγαλύτερα σχήματα, με κλίμακα και διαπραγματευτική ισχύ, έχουν σαφώς περισσότερες πιθανότητες να «σπάσουν» το φράγμα.
Σε επίπεδο μεγεθών, στη χρήση έως τον Ιούνιο του 2024 η KROP κατέγραψε πωλήσεις 11,19 εκατ. ευρώ (από 11,56 εκατ. ευρώ), λειτουργικά κέρδη 94,1 χιλ. ευρώ (από ζημιές 749,3 χιλ. ευρώ), ζημιές προ φόρων 271,3 χιλ. ευρώ (από 1,09 εκατ. ευρώ), ενώ τα ίδια κεφάλαια επέστρεψαν σε θετικό έδαφος στα 563,2 χιλ. ευρώ, μετά από αύξηση κεφαλαίου και αναπροσαρμογή παγίων.
Τι δείχνει ο «χάρτης» των επόμενων κινήσεων
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ότι το SMERC μπαίνει σε περίοδο όπου:
- ενεργοποιεί το SMERemediumCap II με νέα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις,
- ξεκινά οργανωμένα exits από το πρώτο fund, με την Tethys να δίνει ήδη χειροπιαστό δείγμα απόδοσης,
- ενισχύει εταιρείες που «τραβάνε» (Άροσις, Organic 3S) με εξωστρέφεια και παραγωγική κλιμάκωση,
- τρέχει turnaround projects (ΕΨΑ) με καθαρό χρονοδιάγραμμα,
- αναπροσαρμόζει το μοντέλο σε περιπτώσεις όπου η αγορά αποδείχθηκε πιο σκληρή (KROP),
- διαχειρίζεται απαιτητικούς κλάδους με έντονο ανταγωνισμό (εμφιαλωμένο νερό).
Με άλλα λόγια, το SMERC δεν βρίσκεται πια μόνο στη φάση «χτισίματος» χαρτοφυλακίου, αλλά στο σημείο όπου συνυπάρχουν οι νέες τοποθετήσεις, οι στοχευμένες ενισχύσεις και τα πρώτα κλεισίματα κύκλου, στοιχεία που συνήθως χαρακτηρίζουν πιο ώριμα private equity σχήματα.