Η Τουρκία δήλωσε την Πέμπτη ότι αντιτίθεται στις «μονομερείς δραστηριότητες» της Ελλάδας σε πεδία υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης με κοινοπραξία υπό την ηγεσία του αμερικανικού πετρελαϊκού κολοσσού Chevron, χαρακτηρίζοντάς τες παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας.
Η κοινοπραξία με επικεφαλής τη Chevron υπέγραψε τη Δευτέρα αποκλειστικές συμφωνίες μίσθωσης για την αναζήτηση φυσικού αερίου νότια της Ελλάδας, διευρύνοντας την παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην ανατολική Μεσόγειο.
«Αντιτιθέμεθα σε αυτήν την παράνομη δραστηριότητα, η οποία επιχειρείται κατά παράβαση του Μνημονίου Κατανόησης του 2019 για τη Θαλάσσια Δικαιοδοσία μεταξύ της Λιβύης και της χώρας μας», ανέφερε το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας στην εβδομαδιαία ενημέρωση Τύπου.
Πρόσθεσε ότι η δραστηριότητα αυτή, αν και δεν επηρεάζει άμεσα την τουρκική υφαλοκρηπίδα στην περιοχή, παραβιάζει επίσης τη θαλάσσια δικαιοδοσία που έχει δηλώσει η Λιβύη στα Ηνωμένα Έθνη στις 27 Μαΐου 2025.
«Συνεχίζουμε να παρέχουμε την απαραίτητη στήριξη στις λιβυκές αρχές ώστε να αναλάβουν δράση κατά αυτών των μονομερών και παράνομων ενεργειών της Ελλάδας».
Η συμφωνία του 2019 που υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης καθόρισε θαλάσσια όρια στη Μεσόγειο Θάλασσα και απορρίφθηκε από την Ελλάδα, καθώς αγνοούσε την ύπαρξη της Κρήτης μεταξύ των ακτών της Τουρκίας και της Λιβύης.
Η συμφωνία με τη Chevron διπλασιάζει την έκταση των ελληνικών θαλάσσιων περιοχών που είναι διαθέσιμες για έρευνα και αποτελεί τη δεύτερη μέσα σε λίγους μήνες που αφορά μεγάλο αμερικανικό ενεργειακό όμιλο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να απεξαρτηθεί από τις ρωσικές προμήθειες και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να τις αντικαταστήσουν.
Γειτονικές χώρες και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία και η Ελλάδα βρίσκονται επί δεκαετίες σε διαφωνία για σειρά ζητημάτων, κυρίως για τα θαλάσσια σύνορα και τα δικαιώματα στο Αιγαίο, μια περιοχή που θεωρείται ότι διαθέτει ενεργειακούς πόρους και έχει σημαντικές επιπτώσεις στον εναέριο χώρο και στη στρατιωτική δραστηριότητα.
Μια διακήρυξη φιλικών σχέσεων το 2023 οδήγησε σε αποκλιμάκωση της ρητορικής μεταξύ των δύο χωρών, ωστόσο τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία των ηγετών να τα αντιμετωπίσουν.