Ξεκίνησε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή η επεξεργασία του νομοσχεδίου του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για την ενίσχυση της λειτουργίας των Οργανισμών Λιμένων. Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με τον υφυπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Στ. Γκίκα, αποτελεί σημαντικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό του λιμενικού συστήματος, με έμφαση στην επικαιροποίηση της τιμολογιακής πολιτικής των λιμανιών.
Ο κ. Γκίκας επισήμανε ότι το νέο πλαίσιο αντιμετωπίζει τις υφιστάμενες διαφοροποιήσεις μεταξύ των οργανισμών που παραμένουν υπό δημόσια διαχείριση και αυτών που έχουν αποκρατικοποιηθεί. Όπως σημείωσε, «περιορίζεται η δυνατότητα των πρώτων να προσαρμόσουν εγκαίρως τα τέλη τους στις πραγματικές οικονομικές και λειτουργικές συνθήκες». Στόχος είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, οικονομική βιωσιμότητα και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού.
Παράλληλα, διασφαλίζεται ο δημόσιος έλεγχος όπου απαιτείται, μέσω Κοινής Υπουργικής Απόφασης για συγκεκριμένα τέλη ακτοπλοΐας και αυξήσεις άνω του 3% σε υπηρεσίες χωρίς ανταγωνισμό. Σε περίπτωση μείωσης εσόδων από τη μεταβολή των τελών, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
Σημαντική ρύθμιση περιλαμβάνεται και στο άρθρο 4, που αφορά τη χρηματοδότηση των λειτουργικών δαπανών της ΕΕΣΥΠ (πρώην Υπερταμείο), όταν αυτή αναλαμβάνει ρόλο αρχής σχεδιασμού για λιμένες υπό ιδιωτικό έλεγχο. Ο υφυπουργός τόνισε ότι στόχος είναι η ύπαρξη ενός λειτουργικού και χρηματοδοτικά εξασφαλισμένου σχήματος για την ολοκλήρωση μελετών και διαδικασιών που απαιτούνται για τα Master Plan των λιμένων εθνικής σημασίας. Η ρύθμιση, όπως εξήγησε, διασφαλίζει σαφή φορέα και μηχανισμό χρηματοδότησης για τη σχετική δημόσια λειτουργία.
Η αντιπολίτευση επικέντρωσε την κριτική της κυρίως στο άρθρο 3, που αφορά τα νέα τιμολόγια των Οργανισμών Λιμένων. Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Στ. Μιχαηλίδης, υποστήριξε ότι αφαιρείται από το Δημόσιο το μοναδικό εργαλείο εποπτείας των μεγάλων λιμανιών, δηλαδή η έγκριση των τιμολογίων, δίνοντας στις διοικήσεις των επενδυτών το δικαίωμα στην αυθαιρεσία.
Ο αγορητής του ΚΚΕ, Εμμ. Συντυχάκης, ανέφερε ότι το νομοσχέδιο προσφέρει νέα προνόμια στα μονοπώλια μεταφορών και εγκαταστάσεων, απελευθερώνει την τιμολογιακή πολιτική των οργανισμών λιμένων και απαγορεύει στους δήμους την επιβολή ανταποδοτικών τελών και ΕΝΦΙΑ στους επενδυτικούς φορείς, όπως ήδη ισχύει στα ιδιωτικοποιημένα λιμάνια.
Από την πλευρά της Ελληνικής Λύσης, ο Στ. Φωτόπουλος έκανε λόγο για "κενό" στο άρθρο 3, επισημαίνοντας ότι δεν εξειδικεύονται τα αντικειμενικά κριτήρια για τη διαπίστωση ύπαρξης ενδολιμενικού ή διαλιμενικού ανταγωνισμού και ποιος θα το κρίνει.
Ο Ν. Παππάς, εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο δεν διαμορφώνει στρατηγική, αλλά κατακερματίζει το λιμενικό σύστημα και μεταφέρει την τιμολογιακή πολιτική στα Διοικητικά Συμβούλια των Οργανισμών Λιμένων, κάτι που, όπως είπε, μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις πέρα από τις εθνικές οικονομικές προτεραιότητες.
Σύμφωνα με τον αγορητή της Νίκης, Κομν. Δελβερούδη, οι διατάξεις κινούνται στο πνεύμα της ιδιωτικοποίησης, το οποίο το Υπουργείο χαρακτηρίζει ως ευελιξία, ανάπτυξη και επενδύσεις, συνεχίζοντας το άνοιγμα που ξεκίνησε με τις αποκρατικοποιήσεις των μεγάλων λιμανιών τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, ο αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας, Αλ. Καζαμίας, εξέφρασε την άποψη ότι η κυβέρνηση επιδιώκει τη δημιουργία ανταγωνισμού μεταξύ των λιμανιών, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε "ανισόρροπη ανάπτυξη". Υπογράμμισε ότι το άρθρο 3 ενδέχεται να ωθήσει μικρότερα λιμάνια εκτός ανταγωνισμού, με αρνητικές επιπτώσεις για την εργασία και τις τοπικές κοινότητες που εξαρτώνται από αυτά.