Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται με ρυθμούς που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν αδιανόητοι. Από την επιστημονική έρευνα και την επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών έως τις καθημερινές αναζητήσεις των πολιτών, τα συστήματα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης εισέρχονται ολοένα και περισσότερο σε πεδία που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κατεξοχήν ανθρώπινα.
Μαζί με τις δυνατότητες, όμως, πληθαίνουν και τα ερωτήματα. Τι συμβαίνει όταν η τεχνητή νοημοσύνη συναντά όχι μια τεχνική οδηγία ή ένα πληροφοριακό κείμενο, αλλά ένα μυθιστόρημα, ένα διήγημα ή ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφέρει από τη μία γλώσσα στην άλλη όχι μόνο τις λέξεις και το νόημα, αλλά και τον ρυθμό, την ειρωνεία, τις σιωπές, τις πολιτισμικές αναφορές, τις υφολογικές αποχρώσεις και, κυρίως, την ιδιαίτερη φωνή του συγγραφέα;
Η λογοτεχνική μετάφραση βρίσκεται έτσι στο επίκεντρο μιας συζήτησης που δεν αφορά μόνο το μέλλον ενός επαγγέλματος. Αφορά την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας και της γλώσσας: τι είναι αυτό που μεταφέρεται από ένα λογοτεχνικό έργο όταν περνά σε μια άλλη γλώσσα και ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου σε αυτή τη διαδικασία;
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ απευθύνθηκε σε τρεις έμπειρους μεταφραστές, με μακρά παρουσία στη λογοτεχνική μετάφραση από τα ισπανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Ο Κώστας Αθανασίου, η Τιτίκα Δημητρούλια και η Κατερίνα Σχινά καταθέτουν διαφορετικές, αλλά σε αρκετά σημεία συγκλίνουσες, προσεγγίσεις για τις δυνατότητες και τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης.
Κώστας Αθανασίου: «Η λογοτεχνική μετάφραση είναι παιχνίδι δημιουργικότητας»
Ο Κώστας Αθανασίου αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τη σημερινή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη μεταφραστική διαδικασία. Όπως επισημαίνει, δεν θεωρεί τον εαυτό του ειδικό στο πεδίο της ΤΝ και η άποψή του βασίζεται κυρίως στην προσωπική εμπειρία και στη σχετική βιβλιογραφία.
Κατά την εκτίμησή του, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ενδεχομένως στο μέλλον να αποτελέσει ένα αξιόπιστο εργαλείο έρευνας και αναζήτησης για τον μεταφραστή. Σήμερα, ωστόσο, η χρήση της για την αναζήτηση πληροφοριών μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι.
«Μπορεί να βοηθάει, αλλά ταυτόχρονα ενέχει και υψηλή συχνότητα λάθους», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η ανάγκη ελέγχου και διασταύρωσης των πληροφοριών μπορεί τελικά να μετατρέψει την υποτιθέμενη διευκόλυνση σε μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι, κατά τον ίδιο, η απόσταση από την πλήρη μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου από μια μηχανή.
Η μετάφραση, υπογραμμίζει, δεν είναι απλή αντικατάσταση λέξεων από τη μία γλώσσα στην άλλη. Και ειδικά η λογοτεχνική μετάφραση δεν εξαντλείται στην ευφυή διαχείριση ενός ήδη υπάρχοντος γλωσσικού υλικού. Είναι «ένα παιχνίδι δημιουργικότητας και αποχρώσεων».
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζει και ένα από τα βασικά προβλήματα των παραγόμενων από ΤΝ κειμένων: την τάση προς την ομοιομορφία και την τυποποίηση.
«Η ΤΝ παράγει άψυχα κείμενα με τυποποιημένο ύφος», λέει, ακόμη και όταν καλείται να μιμηθεί διαφορετικές υφολογικές εκδοχές. Το αποτέλεσμα, κατά την άποψή του, μπορεί να αναγνωριστεί ως προϊόν τεχνητής νοημοσύνης ακόμη και μετά από ανθρώπινη επιμέλεια.
Για τον Κώστα Αθανασίου, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην ποιότητα των μεταφράσεων ούτε στην πιθανή συρρίκνωση της εργασίας και των αμοιβών των μεταφραστών. Υπάρχει και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση: τι είδους αναγνωστικό κοινό και ποιες αναγνωστικές απαιτήσεις διαμορφώνει η συστηματική έκθεση σε κείμενα που παράγονται από μηχανές;
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει τον μεταφραστή, αλλά και τι είδους γλώσσα και λογοτεχνία μπορεί να διαμορφώσει η ευρεία χρήση της.
Ο ίδιος θέτει, τέλος, το ζήτημα της ιδιοκτησίας του γλωσσικού υλικού πάνω στο οποίο εκπαιδεύονται τα συστήματα ΤΝ, αλλά και της ισχύος των εταιρειών που τα αναπτύσσουν. Για τον Αθανασίου, η συζήτηση για την «προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα» δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα ερωτήματα που αφορούν την εργασία, τα πνευματικά δικαιώματα και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η συγκεκριμένη τεχνολογική πραγματικότητα.
Τιτίκα Δημητρούλια: «Η λογοτεχνική μετάφραση είναι ανασύσταση ενός ολόκληρου κόσμου»
Για την Τιτίκα Δημητρούλια, το ζήτημα έχει βαθύτερες θεωρητικές διαστάσεις. Η ιστορία της αυτόματης μετάφρασης, άλλωστε, δείχνει ότι η μετάφραση ουδέποτε υπήρξε μια απλή διαδικασία αντιστοίχισης λέξεων.
Ήδη από τη δεκαετία του 1960, μετά την αποτυχία των πρώτων εγχειρημάτων αυτόματης μετάφρασης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μετάφραση δεν μπορεί να περιοριστεί στην αποκωδικοποίηση και επανακωδικοποίηση μεμονωμένων λέξεων και προτάσεων.
Στο ίδιο θεωρητικό τοπίο εντάσσεται και η περίφημη «αρχή της απροσδιοριστίας της μετάφρασης» του Αμερικανού φιλοσόφου Willard Quine, σύμφωνα με την οποία ακόμη και ένα μονολεκτικό εκφώνημα δεν διαθέτει κατ’ ανάγκην μία και μοναδική δυνατή μετάφραση, καθώς το νόημά του εξαρτάται από τη χρήση και τα συμφραζόμενά του.
Η σύγχρονη παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη επαναφέρει με νέο τρόπο αυτό το παλιό ερώτημα. Τα σημερινά συστήματα αναζητούν, μέσα σε τεράστιους όγκους γλωσσικών δεδομένων, στατιστικές αντιστοιχίες και μοτίβα χρήσης.
Για τη Δημητρούλια, όμως, η προσέγγιση αυτή αφήνει εκτός ένα κρίσιμο στοιχείο: τον λόγο ως κοινωνική, ιστορική και πολιτισμική πράξη.
Ανατρέχοντας στον Μιχαήλ Μπαχτίν, περιγράφει τον λόγο ως ένα «θέατρο» στο οποίο συμμετέχουν όσοι έχουν ήδη προσδώσει νόημα σε ένα εκφώνημα, ο ομιλητής που το χρησιμοποιεί και το σημασιοδοτεί, αλλά και οι αποδέκτες του, οι οποίοι με τη σειρά τους διευρύνουν το νόημά του.
Στη λογοτεχνική μετάφραση, η πολυπλοκότητα αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Ο μεταφραστής δεν μεταφέρει απλώς πληροφορία από μια γλώσσα σε μια άλλη. Καλείται να ανασυστήσει έναν ολόκληρο κόσμο σε διαφορετικά γλωσσικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα.
«Ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια προστίθεται ως ένα τέταρτο πρόσωπο στο θέατρο του λόγου», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο ρόλος του είναι ερμηνευτικός και δημιουργικός: πρέπει να αναγνωρίσει τις άμεσες και ευρύτερες αναφορές του κειμένου, τις ιδεολογικές και αισθητικές του παραμέτρους και να δημιουργήσει στη γλώσσα-στόχο ένα κείμενο αντίστοιχης λειτουργίας και εμβέλειας.
Σε αυτό το σημείο, σύμφωνα με τη Δημητρούλια, εντοπίζεται ένα από τα βασικά όρια των συστημάτων ΤΝ. Αντλώντας από τη μέση, στατιστικά συχνότερη χρήση της γλώσσας, υπάρχει ο κίνδυνος να ομογενοποιούν τα κείμενα και να αμβλύνουν την υφολογική και πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στη λογοτεχνία, όπου η γλώσσα συχνά αποκλίνει συνειδητά από τη μέση χρήση. Η ιδιομορφία, η πολυφωνία, η ιδεολογική φόρτιση, οι πολιτισμικές αναφορές και οι ιδιαίτερες γλωσσικές επιλογές αποτελούν συστατικά του ίδιου του έργου.
Η Δημητρούλια επισημαίνει, μάλιστα, ότι τα συστήματα ΤΝ χρησιμοποιούνται ήδη ευρέως σε κατηγορίες λογοτεχνικών κειμένων με περισσότερο τυποποιημένη δομή και ύφος, όπως ορισμένα είδη μαζικής μυθοπλασίας.
Ακόμη και η χρήση της ΤΝ ως βοηθητικού εργαλείου, πάντως, δεν είναι για την ίδια αυτονόητα ουδέτερη. Η προσφυγή σε ένα σύστημα για την κατανόηση ή την αναδιατύπωση ενός δύσκολου αποσπάσματος μπορεί, όπως υποστηρίζει, να επηρεάσει τη δημιουργική σχέση του μεταφραστή με το έργο. Ιδιαίτερα προβληματική θεωρεί την «προμετάφραση», καθώς, σύμφωνα με σχετικές έρευνες που επικαλείται, μπορεί να ενισχύσει την αποξένωση του μεταφραστή από το ίδιο το αντικείμενο της εργασίας του.
Το ερώτημα που προκύπτει, επομένως, δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για ποιον σκοπό και προς όφελος ποιων αναπτύσσεται.
Κατερίνα Σχινά: «Χωρίς λογοτεχνική μετάφραση θα χαθούν το ύφος και η ειρωνεία»
Η Κατερίνα Σχινά ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία: δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως αντίπαλο του μεταφραστή. Αντίθετα, αναγνωρίζει τις σημαντικές δυνατότητες που προσφέρουν τα ψηφιακά εργαλεία στην έρευνα.
Η ίδια αναφέρεται στην εμπειρία της από τη μετάφραση έργων της A. S. Byatt. Όταν μετέφραζε το Possession, χρειάστηκε να αναζητήσει σε βιβλία και στο διαδίκτυο πλήθος πληροφοριών που σήμερα μπορούν να εντοπιστούν πολύ ταχύτερα με τη βοήθεια συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
Στην τρέχουσα μεταφραστική της εργασία, αναφέρει ότι χρησιμοποιεί το Copilot για την αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με παιδικά τραγούδια, τηλεοπτικές εκπομπές της δεκαετίας του 1950, φυσιοδίφες, κληρικούς, συγγραφείς του 18ου αιώνα, θρησκευτικές ομάδες, πολέμους και ιστορικά πρόσωπα.
Η χρήση, ωστόσο, συνοδεύεται πάντα από διασταύρωση. Η αξιοπιστία των απαντήσεων δεν είναι δεδομένη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ελληνικές αναφορές. Η ίδια θυμάται χαρακτηριστικό παράδειγμα κατά το οποίο, όταν ρώτησε από ποιο ποίημα προέρχεται ο στίχος «Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του», το σύστημα τον απέδωσε λανθασμένα στον Σεφέρη αντί για τον Καβάφη.
Όταν όμως η συζήτηση περνά από την έρευνα στην ίδια τη μετάφραση, η απάντησή της είναι κατηγορηματική: δεν χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο λόγος, εξηγεί, δεν είναι μόνο τεχνικός. Είναι και βαθιά συνδεδεμένος με την ίδια την εμπειρία της μετάφρασης.
Η μεταφραστική εργασία είναι για εκείνη μια επίπονη αλλά δημιουργική αναμέτρηση με το νόημα και τη λέξη. Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία ο μεταφραστής περιπλανιέται στους συνειρμούς, στους υπαινιγμούς, στους ήχους, στις σημασιολογικές αποχρώσεις και στις πολλαπλές διαδρομές του πρωτοτύπου, αναζητώντας όχι μία μηχανικά «σωστή» λύση αλλά μια ερμηνευτική δυνατότητα.
Και ακριβώς αυτή η διάσταση, υποστηρίζει, είναι που δύσκολα μπορεί να μεταφερθεί σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης.
Ο μεταφραστής, επισημαίνει, δεν μεταφέρει μόνο το νόημα. Μεταφέρει την ατμόσφαιρα, τα υπονοούμενα, την ειρωνεία, το πολιτισμικό πλαίσιο, τον ρυθμό, τις επαναλήψεις, τα λεκτικά παιχνίδια και τις ηχητικές αντιστοιχίες.
Η ΤΝ μπορεί να αναγνωρίζει μοτίβα και να υπολογίζει πιθανές γλωσσικές επιλογές. Κατά την ίδια, όμως, αυτό δεν ισοδυναμεί με κατανόηση της λειτουργίας τους μέσα στο λογοτεχνικό έργο.
Η διαφορά φαίνεται ακόμη περισσότερο σε ένα εκτενές μυθιστόρημα. Ο μεταφραστής αντιμετωπίζει το βιβλίο ως ενιαίο οργανισμό και παρακολουθεί τη φωνή του αφηγητή, τις διαφοροποιήσεις των χαρακτήρων, τον ρυθμό και τη συνέπεια του ύφους. Η τεχνητή νοημοσύνη, υποστηρίζει η Σχινά, κινδυνεύει να αντιμετωπίζει το έργο ως διαδοχή επιμέρους αποσπασμάτων.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι απώλεια της υφολογικής ενότητας και της αισθητικής ταυτότητας του κειμένου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη δυνατότητα του μεταφραστή να ανανεώνει την ίδια τη γλώσσα στην οποία μεταφράζει. Μια λογοτεχνική μετάφραση μπορεί να ανασύρει λέξεις που έχουν περιπέσει σε αχρησία, να αξιοποιήσει ιδιώματα ή παλαιότερες μορφές της γλώσσας και να δημιουργήσει ένα κείμενο που εντάσσεται οργανικά στη λογοτεχνική παράδοση της γλώσσας-στόχου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρεί τη μετάφραση της Άννας Σικελιανού στο Ακριβό φαρμάκι της Mary Webb. Το μυθιστόρημα, γραμμένο το 1924 και τοποθετημένο στην αγροτική Αγγλία του 19ου αιώνα, αναπαράγει τη ντοπιολαλιά του Shropshire. Η Σικελιανού, όπως σημειώνει η Σχινά, απέδωσε αυτή τη γλωσσική ιδιαιτερότητα χρησιμοποιώντας ένα ζωντανό λαϊκό ιδίωμα της ελληνικής, χωρίς να μετατρέψει το ξένο πολιτισμικό περιβάλλον σε κάτι τεχνητά οικείο.
Ανάλογη περίπτωση θεωρεί και τη μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια στο αφήγημα της Μέλπως Αξιώτη «Ρεπούμπλικα Βαστίλλη», όπου, κατά τη Σχινά, επιτυγχάνεται ένας ιδιαίτερα στενός συντονισμός με το ύφος και τη γλώσσα της συγγραφέα.
Από τη μετάφραση της πληροφορίας στη μετάφραση της λογοτεχνίας
Οι τρεις μεταφραστές δεν αρνούνται τις πρακτικές δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Αντίθετα, αναγνωρίζουν τη χρησιμότητά της ως εργαλείου έρευνας, αναζήτησης και επεξεργασίας πληροφοριών.
Εκεί όπου οι απόψεις τους συγκλίνουν περισσότερο είναι στη διάκριση ανάμεσα στη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει μια μηχανή στον μεταφραστή και στην πλήρη υποκατάσταση της μεταφραστικής πράξης.
Η λογοτεχνία, σε αντίθεση με ένα πληροφοριακό ή τεχνικό κείμενο, δεν μεταφέρει μόνο πληροφορία. Μεταφέρει έναν τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο. Και μαζί του μεταφέρει τη φωνή, τον ρυθμό, τις σιωπές, τις πολιτισμικές μνήμες και τις ιδιαιτερότητες μιας συγκεκριμένης συγγραφικής συνείδησης.
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει πιο αποτελεσματική στη μετάφραση. Είναι αν, καθώς οι μηχανές γίνονται ολοένα καλύτερες στην αναγνώριση και αναπαραγωγή γλωσσικών μοτίβων, θα μπορούν να διαχειριστούν εκείνο ακριβώς το στοιχείο που κάνει ένα λογοτεχνικό κείμενο μοναδικό: την απόκλιση από το προβλέψιμο, την ιδιομορφία της φωνής και την απρόβλεπτη σχέση ανάμεσα στη λέξη, το νόημα και την ανθρώπινη εμπειρία.
Για τους τρεις μεταφραστές, τουλάχιστον προς το παρόν, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο ως εργαλείο. Το αν μπορεί να σταθεί στη θέση του παραμένει ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα.