Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος υπέδειξε πρόσωπα που υπέγραφαν μελέτες και συνεργάτες που είχαν ευθύνες για κρίσιμα ζητήματα, ενώ φέρεται να ανέφερε ότι «το ζήτημα της οσμής έφτασε στα αυτιά του πολύ αργά».
Προφυλακιστέος κρίθηκε, έπειτα από πολύωρη απολογία στον ανακριτή Τρικάλων, ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας «Βιολάντα» Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, με κοινή απόφαση εισαγγελέα και ανακριτή, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται να οδηγηθεί στις φυλακές Τρικάλων.
Ο επιχειρηματίας απολογήθηκε επί τέσσερις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά την Τετάρτη (18/02) για την ισχυρή έκρηξη της 26ης Ιανουαρίου στο εργοστάσιο, όπου έχασαν τη ζωή τους πέντε εργαζόμενες.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στον 5ο όροφο του δικαστικού μεγάρου, του επιδείχθηκαν βίντεο και φωτογραφίες, ενώ – σύμφωνα με πληροφορίες της δημοσιογράφου Δέσποινας Κρητικού για το ΕΡΤnews – δήλωσε συγκλονισμένος από την τραγωδία, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του συγκεκριμένου κινδύνου και ότι στον ίδιο χώρο έπαιζαν τα παιδιά του.
Νωρίτερα, φίλος του ιδιοκτήτη είχε δηλώσει στα μέσα ενημέρωσης ότι ο επιχειρηματίας «δεν είχε ιδέα για το τι ακριβώς είχε συμβεί» και ότι είχε δώσει «λευκή επιταγή» σε συνεργάτες του για την εκπόνηση των μελετών και την υλοποίηση των εργασιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος υπέδειξε πρόσωπα που υπέγραφαν μελέτες και συνεργάτες που είχαν ευθύνες για κρίσιμα ζητήματα, ενώ φέρεται να ανέφερε ότι «το ζήτημα της οσμής έφτασε στα αυτιά του πολύ αργά».
Προχειρότητα, αντιφάσεις και σοβαρές παραλείψεις
Την ώρα που ο ιδιοκτήτης επιρρίπτει ευθύνες σε όσους υπέγραψαν μελέτες, πραγματοποίησαν αυτοψίες και έργα χωρίς να εντοπίσουν διαρροή προπανίου, οι εμπειρογνώμονες εντοπίζουν σοβαρές παραλείψεις στην υπογειοποίηση σωληνώσεων και σε κρίσιμα συστήματα ασφαλείας.
Η προχειρότητα στη λειτουργία των δεξαμενών αποτυπώνεται και στις αντιφατικές εκθέσεις μηχανικών: πολιτικός μηχανικός κατέθεσε ότι είχε αποτυπώσει δύο υπέργειες δεξαμενές στο πίσω μέρος της επιχείρησης, οι οποίες ήταν λειτουργικές και τροφοδοτούσαν τους φούρνους του κτιρίου με καύσιμο, χωρίς να γνωρίζει το είδος του. Αντίθετα, ηλεκτρολόγος μηχανικός ανέφερε ότι δεν τις είχε συμπεριλάβει στη μελέτη, καθώς του είχαν δηλωθεί ως ανενεργές.
Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης φέρεται να δήλωσε προφορικά στη Διεύθυνση Εγκλημάτων Εμπρησμού ότι οι δύο υπέργειες δεξαμενές χωρητικότητας 9.000 και 5.000 λίτρων περιείχαν προπάνιο.
Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός, ότι το όνομα μηχανολόγου που είχε εκπονήσει την πρώτη μελέτη εγκατάστασης το 1998 εμφανίζεται και σε μεταγενέστερες μελέτες, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Στα έγγραφα του 2006 για την εγκατάσταση υγραερίου εμφανίζεται ως επιβλέπων έργου, ωστόσο ο ίδιος δηλώνει ότι «δεν έχω καμία σχέση με την εν λόγω μελέτη… ούτε είχα ενημερωθεί ποτέ για την αναγραφή του ονόματός μου».
Το πόρισμα της Πυροσβεστικής
Σοβαρές ευθύνες και κρίσιμες παραλείψεις αναδεικνύει το πόρισμα της Πυροσβεστικής για τα αίτια της τραγωδίας, που δημοσίευσε το Skai.gr
Σύμφωνα με την έκθεση, η έκρηξη προκλήθηκε από συσσώρευση προπανίου στον ισόγειο χώρο του κτιρίου 2, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Κρίσιμο εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι η ηλεκτροβάνα – ο μηχανισμός που διακόπτει την παροχή αερίου σε περίπτωση διαρροής – δεν λειτουργούσε, καθώς δεν ήταν καν συνδεδεμένη.
Κατά τις εκσκαφές και τις έρευνες της Πυροσβεστικής στις 5 Φεβρουαρίου 2026 εντοπίστηκε υπόγειο δίκτυο σωληνώσεων που συνέδεε τις υπέργειες δεξαμενές προπανίου με το κτίριο.
Με τη χρήση αερίου αζώτου και χρωματισμένου νερού εντοπίστηκαν σημεία διάτρησης και διαρροής, ενώ κατά τη διάρκεια των εργασιών καταγράφηκε έντονη οσμή υγραερίου. Το πόρισμα σημειώνει ότι η συσσώρευση αερίου στο κτίριο 2 δικαιολογεί πλήρως την έκρηξη.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι, αν και η επιχείρηση διέθετε ασφάλιση έναντι πυρός, δεν εντοπίστηκαν συστήματα καταιονισμού ύδατος στον χώρο των υπέργειων δεξαμενών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι μαρτυρίες εργαζομένων, οι οποίοι ανέφεραν ότι επί μακρόν γινόταν αντιληπτή οσμή που παρέπεμπε σε υγραέριο χωρίς να λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα.
Από την πλειονότητα των εργαζομένων στο κτίριο 2 (πτέρυγα Β) προκύπτει ότι η οσμή γινόταν αντιληπτή επανειλημμένα και κατά διαστήματα ήδη πριν από την περίοδο των Χριστουγέννων – ακόμη και μήνες πριν το συμβάν.
Παρότι είχε αναφερθεί σε υπευθύνους βάρδιας και είχαν ενημερωθεί προϊστάμενοι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες δεν προκύπτει ότι αποκαταστάθηκε οριστικά ή ότι ελήφθησαν μέτρα που να εξάλειψαν το φαινόμενο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στελέχη της διοίκησης υποστήριζαν ότι η οσμή προερχόταν από άλλη πηγή και όχι από υγραέριο ή συναφή ουσία.
Κομβικό στοιχείο της έρευνας αποτελεί η ηλεκτροβάνα διακοπής αερίου, η οποία βρέθηκε αποσυνδεδεμένη και αδυνατούσε να λειτουργήσει σε περίπτωση διαρροής. Η λειτουργία της είναι να διακόπτει την παροχή αερίου προς τις καταναλώσεις όταν λαμβάνει σήμα από τους ανιχνευτές. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν υπήρχαν ανιχνευτές αερίου στο κτίριο, η διακοπή της παροχής δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.