Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, αναφέρθηκε στη δέσμη των έξι μέτρων για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα και των αγροτών τα οποία παρουσιάστηκαν χθες, αλλά και σε άλλα θέματα της επικαιρότητας.
Αναλυτικά όσα είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος:
Στις έξι παρεμβάσεις συμπεριλαμβάνονται:
– η αναδιανομή αδιάθετων πόρων της βασικής ενίσχυσης ύψους 160 εκατ. ευρώ, όπου τα 80 εκατ. ευρώ θα είναι υπέρ των κτηνοτρόφων και τα υπόλοιπα 80 εκατ. ευρώ υπέρ των βαμβακοπαραγωγών και των σιτοπαραγωγών,
– η θεσμοθέτηση αποζημίωσης στο 100% της ασφαλιζόμενης αξίας μέσω του ΕΛΓΑ και η αύξηση του ανώτατου ορίου αποζημίωσης στις 200.000 ευρώ, χωρίς αύξηση ασφαλιστικών εισφορών,
– η επέκταση του αγροτικού τιμολογίου «ΓΑΙΑ» με σταθερή τιμή για δύο έτη και μείωση της τιμής της κιλοβατώρας έως τα 8,5 λεπτά για αγρότες χωρίς ληξιπρόθεσμες οφειλές,
– η δημιουργία εφαρμογής για την επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης αγροτικού πετρελαίου «στην αντλία» μέσω ψηφιακού συστήματος από το 2026,
παρεμβάσεις για την ενίσχυση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα, με στόχο τη μόχλευση κεφαλαίων ύψους 3 δισ. ευρώ και
– η ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας για την αντιμετώπιση των παράνομων ελληνοποιήσεων.
Οφείλω όμως και από αυτό εδώ το βήμα να επισημάνω τα ακόλουθα:
Συνεχίζουμε να επιθυμούμε το διάλογο με τους εκπροσώπους των αγροτών, όπως και με κάθε επαγγελματική ομάδα, όμως δεν υπάρχει περιθώριο για επιπλέον μέτρα. Ο διάλογος είναι αναγκαίος για όλα τα μεγάλα διακυβεύματα του πρωτογενούς τομέα προκειμένου να ωφεληθούν όλοι οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι.
Αναγκαία προϋπόθεση για το διάλογο είναι οι ανοιχτοί δρόμοι και η προστασία κρίσιμων υποδομών και λειτουργιών του κράτους όπως λιμάνια, αεροδρόμια κλπ.
Είμαστε Κυβέρνηση όχι μόνο για τους αγρότες που βρίσκονται στα μπλόκα, αλλά είμαστε η Κυβέρνηση όλων των αγροτών και κυρίως όλων των πολιτών.
Όποιος προτείνει από την αντιπολίτευση, επιπλέον μέτρα, εμμέσως ζητάει αντίμετρα, δηλαδή επιπλέον φορολόγηση της υπόλοιπης κοινωνίας.
Αντίθετα, η Κυβέρνηση αυτή προσπαθεί να αυξήσει τα εισοδήματα των πολιτών, οι οποίοι είδαν τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης το εισόδημά τους να μειώνεται, μειώνοντας φόρους και κυρίως χωρίς να χωρίζει την κοινωνία σε πολίτες δύο ταχυτήτων.