Σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε διαρκή αναδιάταξη, η μεταποίηση επανέρχεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης ως ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για την οικοδόμηση αναπτυξιακής σταθερότητας και ανταγωνιστικότητας.
Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε τον βασικό άξονα της ημερίδας με θέμα «Προκλήσεις και ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία: η συμβολή της μεταποιητικής βιομηχανίας», που συνδιοργάνωσαν το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, η Πρωτοβουλία «Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» και το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Εκεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας ανέπτυξε ένα συνεκτικό πλαίσιο για το ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η μεταποιητική βιομηχανία στη νέα οικονομική πραγματικότητα.
Ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η επένδυση στη μεταποίηση, την καινοτομία και τη δίδυμη μετάβαση – πράσινη και ψηφιακή – συνιστά καθοριστική παράμετρο για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Η σύγχρονη βιομηχανική πολιτική που αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και ενθαρρύνει την τεχνολογική πρόοδο, όπως είπε, επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής ως εργαλείο αυτονομίας και ανάπτυξης. Σε αυτό το περιβάλλον, η μεταποίηση αποκτά ρόλο-κλειδί στην παραγωγή ποιοτικών θέσεων εργασίας και στη μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο οικονομικό πρότυπο.
Για την Ελλάδα, ο ρόλος της μεταποίησης είναι ακόμη πιο κομβικός, καθώς ο τομέας μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξωστρέφειας και παραγωγικής αναβάθμισης. «Η ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη», τόνισε. Παράλληλα, σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία οφείλει να αξιοποιήσει τις διεθνείς εξελίξεις, οι οποίες αναδιαμορφώνουν τους όρους λειτουργίας των αγορών και των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Στο διεθνές περιβάλλον, όπως ανέλυσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, παρατηρείται μια τάση ενίσχυσης του οικονομικού εθνικισμού και προστατευτισμού. Η επιβολή ιστορικά υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ σε στρατηγικούς εμπορικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις διεθνώς. Η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ του περασμένου Ιουλίου, που προβλέπει δασμούς 15% στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, αποτέλεσε έναν δύσκολο αλλά αναγκαίο συμβιβασμό, καθώς περιορίζει την αβεβαιότητα, ενώ επιτρέπει τη συνέχιση της διατλαντικής συνεργασίας.
Μέσα σε αυτό το ασταθές γεωοικονομικό περιβάλλον, η οικονομία της ευρωζώνης έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις αναμένεται να ενισχύσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, ενώ η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής συμβάλλουν στη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Ωστόσο, οι προοπτικές της ευρωζώνης εξακολουθούν να εξαρτώνται από παράγοντες όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι δομικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη φαίνεται να εξελίσσεται σε σταθερό επενδυτικό προορισμό. Η αυξημένη ζήτηση για ευρωπαϊκά αξιόγραφα ενισχύει τη ρευστότητα και δημιουργεί προοπτικές για μεγαλύτερη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Όπως τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας, η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας προϋποθέτει την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, τη δημιουργία πραγματικής Ένωσης Κεφαλαιαγορών και την ενίσχυση επενδύσεων σε τεχνολογία, άμυνα και πράσινη ανάπτυξη.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος υπογράμμισε ότι «η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τη μεταποίηση σε κινητήριο μοχλό ανάπτυξης, απασχόλησης και τεχνολογικής αναβάθμισης», εφόσον προχωρήσει σε στοχευμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα. Πρόκειται, όπως είπε, για το θεμέλιο μιας οικονομίας πιο πράσινης, πιο ανταγωνιστικής και περισσότερο ανθεκτικής στις διεθνείς αναταράξεις.