«H Ευρώπη χρειάζεται την Αμερική όσο και η Αμερική χρειάζεται την Ευρώπη. Τυχόν αποσύνδεση των δύο αυτών πόλων του δυτικού κόσμου, υπό το βάρος συναλλακτικών προσεγγίσεων και εθνικιστικών και λαϊκιστικών ρευμάτων, θα έχει σοβαρότατες συνέπειες στην ασφάλεια και την ευημερία όλων μας, και στην Ευρώπη και στην Αμερική» υπογράμμισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, κατά την εναρκτήρια ομιλία του στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, που φέτος έχει θέμα «Το Σοκ του Νέου».
Αναφερόμενος στην Ευρώπη, υποστήριξε ότι «η πρόκληση είναι διττή: αφενός να διασφαλίσει την στρατηγική της αυτονομία, ενισχύοντας την οικονομική της ανταγωνιστικότητα, καθώς και τις αμυντικές της δυνατότητες και ισχύ, την ενεργειακή διασυνδεσιμότητα και έναν καινοτόμο τεχνολογικό τομέα και αφετέρου να παραμείνει συνεπής στις συμμαχικές της υποχρεώσεις, αλλά και πιστή στις θεμελιώδεις αξίες, που συγκροτούν την ταυτότητά της, όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου».
Ταυτόχρονα, σημείωσε, ότι «ο κόσμος μας διέρχεται μια περίοδο ραγδαίων και βαθέων μετασχηματισμών. Οι εξελίξεις και οι κρίσεις στη γεωπολιτική, στην οικονομία, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στο κλίμα δεν εξελίσσονται πλέον γραμμικά, αλλά αλληλεπιδρούν δυναμικά, επιταχύνοντας και συχνά ανατρέποντας παγιωμένες αντιλήψεις και βεβαιότητες».
Πρόσθεσε, δε, ότι «Μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον τίθενται κρίσιμα ερωτήματα: Βρισκόμαστε άραγε στο τέλος της διεθνούς τάξης και της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, όπως οικοδομήθηκε μετά τον Β’ ΠΠ και διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;
Και εάν ναι, ποια θα είναι η μορφή της επόμενης ημέρας;
Τι σηματοδοτούν οι αλλαγές αυτές για την Ευρώπη και τη Δύση γενικότερα; Ποια η θέση της Ελλάδας σε αυτό το νέο τοπίο;».
Ειδικότερα, επισήμανε ότι «Στη γεωπολιτική σφαίρα, παρατηρούμε την αναδιάταξη του καταμερισμού ισχύος, την ανάδυση αναθεωρητικών τάσεων και την επανεμφάνιση ανταγωνιστικών θεωριών και πολιτικών ισχύος που πιστεύαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν» και πρόσθεσε ότι «Το μονοπολικό διεθνές σύστημα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου ευρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης προς ένα πολυπολικό σύστημα ισορροπίας της ισχύος, όπου η Δύση αναζητά όχι μόνο ένα modus vivendi με αναθεωρητικές δυνάμεις, αλλά και ένα νέο καταμερισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των μελών της».
Τόνισε, ότι «ο κίνδυνος κατακερματισμού της Δύσης πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Η ενότητα, η αποφασιστικότητα και η προσήλωση στις φιλελεύθερες αξίες μας και τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν προϋποθέσεις sine qua non για την υπεράσπιση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών κατακτήσεων μας από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έως σήμερα».
Ωστόσο, παρατήρησε, ότι «Την ίδια στιγμή, οι ένοπλες συγκρούσεις, όπως αυτές στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, υπενθυμίζουν με δραματικό τρόπο ότι η ειρήνη και η σταθερότητα δεν είναι δεδομένες» και συμπλήρωσε ότι «Οι ωμές παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών της διεθνούς έννομης τάξης, ακόμη και από μόνιμα μέλη του ΣΑΗΕ, μπορεί να μην μεταβάλουν τυπικά τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθιστώντας π.χ. νόμιμη τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας ή την βίαιη αλλαγή των συνόρων, αποδυναμώνουν, όμως, επικίνδυνα τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η διεθνής τάξη πραγμάτων, που οικοδομήθηκε μετά τον καταστροφικότερο πόλεμο στην ιστορία της ανθρωπότητας».
Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησε ότι «Η τάση αυτή πρέπει να αντιστραφεί άμεσα και προς τούτο είναι απαραίτητη, μεταξύ άλλων, η μεταρρύθμιση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, προκειμένου όχι μόνον να αντανακλά τις διεθνείς ισορροπίες του 21ου αιώνα και όχι εκείνες του 1945, αλλά και να δύναται να ανταποκριθεί στην υψηλή αποστολή του της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας».
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «οφείλουμε να εργαστούμε για την ενίσχυση των πολυμερών διεθνών θεσμών και της διεθνούς συνεργασίας, καθώς και για την ανανέωση της δέσμευσης μας στις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας, της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Όπως είπε «Σε μια περίοδο όπου οι αρχές αυτές δοκιμάζονται βάναυσα, η υπεράσπισή τους δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, έχουμε χρέος να συνεχίσουμε την αταλάντευτη στήριξη μας προς τον αγώνα του ουκρανικού λαού για ειρήνη και υπεράσπιση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του».
Μιλώντας για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, όπου μαίνονται συρράξεις σε διάφορα μέτωπα, υπενθύμισε πως «η Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες για ειρήνευση και θεωρεί ότι η κατάπαυση του πυρός τόσο στο Ιράν, όσο και στον Λίβανο αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς την αποκλιμάκωση, που δημιουργεί χώρο για τη διπλωματία και τις διαπραγματεύσεις. Εξίσου σημαντική, είναι και η ειρηνική επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος, στη βάση των δυο κρατών, όπως ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών». Μάλιστα, ανέφερε, ότι «Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα υποστηρίζει την εφαρμογή της δεύτερης φάσης του αμερικανικού Συνολικού Σχεδίου (Comprehensive Plan) για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Γάζα», ενώ χαρακτήρισε εξίσου επιτακτική την ανάγκη για ειρήνευση στο Σουδάν, όπου μαίνεται μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο.
Ταυτόχρονα, στο οικονομικό πεδίο, υποστήριξε ότι «η παγκοσμιοποίηση επαναπροσδιορίζεται, με νέες μορφές αλληλεξάρτησης, αλλά και με αυξημένες τάσεις κατακερματισμού» και πρόσθεσε ότι «Ο προστατευτισμός και ο ακραίος ανταγωνισμός για εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών, ενεργειακών πηγών και νέων αγορών δεν μπορεί παρά να θέσει μακροπρόθεσμα σε κίνδυνο όχι μόνον την οικονομική σταθερότητα και την ευημερία όλων μας, αλλά και την ίδια την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια».
Ομοίως, παρατήρησε ότι «και στο πεδίο της τεχνολογίας, η ραγδαία πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί νέες δυνατότητες, αλλά και νέες προκλήσεις, τόσο για την οικονομία όσο και για τη δημοκρατική λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών» και συμπλήρωσε ότι «Η ψηφιακή μετάβαση, για να είναι ειρηνική, δημοκρατική και κοινωνικά δίκαιη, οφείλει να πραγματοποιηθεί με γνώμονα τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, με σεβασμό στην εργασία και με μέριμνα για τους πιο αδύναμους».
Μιλώντας για την Ελλάδα, διατύπωσε την άποψη, ότι «οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οι νέες διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνονται καθημερινά, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, λόγω της γεωγραφικής και γεωπολιτικής της θέσης», και παρατήρησε ότι «Η χώρα μας βρίσκεται σε μια περιοχή αυξημένης στρατηγικής σημασίας, όπου διασταυρώνονται ενεργειακές ροές, εμπορικές οδοί και ανταγωνιστικά στρατηγικά συμφέροντα».
Υπογράμμισε, επίσης, ότι «Στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ανησυχητικές διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις αναδεικνύουν την αδήριτη ανάγκη για σταθερότητα και συνεργασία, με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και δη στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας» και πρόσθεσε ότι «Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην ειρηνική επίλυση διαφορών, στη βάση του διεθνούς δικαίου, και στην προώθηση σχέσεων καλής γειτονίας, με όχημα τον καλόπιστο διάλογο».
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι «Τούτο, βέβαια, προϋποθέτει την ισχυρή πολιτική βούληση όλων των ενδιαφερομένων πλευρών, της Τουρκίας περιλαμβανομένης, καθώς και εγκατάλειψη αναθεωρητικών και ηγεμονικών αφηγημάτων» και υπενθύμισε ότι «Την ίδια ώρα, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα μείζον διεθνές πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής. Η επίλυσή του δε, στη βάση των σχετικών αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, παραμένει στην κορυφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ως προϋπόθεση για την πλήρη αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή».
Συνεχίζοντας, σημείωσε, ότι «Παράλληλα, η Ελλάδα ενισχύει συστηματικά την αμυντική της θωράκιση, όχι ως επιλογή αντιπαράθεσης, αλλά ως προϋπόθεση ασφάλειας και αποτροπής σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η ενίσχυση αυτή συνδυάζεται με την ενεργό συμμετοχή της χώρας μας σε διεθνή, περιφερειακά και διμερή σχήματα συνεργασίας, που προάγουν την ειρήνη, την ασφάλεια και την ανάπτυξη, χωρίς να στρέφονται εναντίον κανενός». Μάλιστα, υπογράμμισε ότι «η πρόσφατη πρωτοφανής κινητοποίηση ευρωπαϊκών αμυντικών μέσων, με πρωτεργάτη τη χώρα μας, για την προστασία της Κύπρου από τις συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή, έδειξε ότι η εθνική αλλά και η ευρωπαϊκή, συλλογική ασφάλεια μας απαιτεί αποφασιστικότητα και συντονισμένη δράση».
Στον ενεργειακό τομέα, επισήμανε ότι «η Ελλάδα αναδεικνύεται σε κόμβο διασύνδεσης και διαφοροποίησης πηγών και διαδρομών, συμβάλλοντας, κυρίως μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, στην ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης. Ο ρόλος και γεωπολιτική αξία της χώρας μας, αναδεικνύεται διαρκώς, λόγω και των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή και αναγνωρίζεται από όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές».
Όπως τόνισε «Σε αυτή την πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν προσέρχεται ως χώρα αμήχανη ή φοβική απέναντι στο μέλλον. Προσέρχεται έχοντας κατακτήσει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, νέο επίπεδο ισχύος στην οικονομία και στη συγκρότηση του κράτους, που της επιτρέπει να ανταποκρίνεται καλύτερα από ποτέ στις σύνθετες προκλήσεις της εποχής. Με σχέδιο, με δουλειά, με πίστη στις δυνατότητές της, η χώρα μας μπορεί να μετατρέψει τις δυσκολίες σε ευκαιρίες, ανοίγοντας νέους δρόμους σε όλα τα πεδία. Άλλωστε, η Ιστορία έχει δείξει ότι οι λαοί που προοδεύουν είναι εκείνοι που διαμορφώνουν το μέλλον τους με αυτοπεποίθηση, επιμονή και συλλογική προσπάθεια».
Σχολιάζοντας το κεντρικό θέμα του 11ου Φόρουμ των Δελφών, που φέτος αποτυπώνεται στη φράση, το «Σοκ του Νέου», παρατήρησε ότι «δεν είναι απλώς μια γλαφυρή περιγραφή της πραγματικότητας. Είναι μια πρόσκληση για δράση. Μας καλεί να επανεξετάσουμε τις βεβαιότητές μας, να ενισχύσουμε τους θεσμούς μας και να επενδύσουμε στην πολυμέρεια και στη συνεργασία».
Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε, ότι «Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλείψουμε την αβεβαιότητα ή ενδεχομένως και τον φόβο μπροστά στις αλλαγές - κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, ανέφικτο. Το ζητούμενο είναι να διαχειριστούμε τις αλλαγές αυτές με τρόπο που θα ενισχύει την ασφάλεια, τη σταθερότητα, την ανθεκτικότητα και την προοπτική μας για το μέλλον».
Κλείνοντας, τόνισε, ότι «η εποχή μας απαιτεί νηφαλιότητα, διορατικότητα και προσήλωση σε σταθερές αρχές και αξίες που υπερβαίνουν τις εκάστοτε, δυσμενείς συγκυρίες. Απαιτεί διάλογο, συνεργασία, τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Και απαιτεί, πάνω απ’ όλα, εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να διαμορφώσουμε ένα μέλλον πιο ασφαλές, πιο δίκαιο και πιο βιώσιμο».