Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης χρέους βρίσκεται η Γαλλία, καθώς η εκτίναξη των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, τα διογκωμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και η παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα δημιουργούν ένα ολοένα δυσκολότερο περιβάλλον για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. Οι πιέσεις στις αγορές εντείνονται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να περάσει έναν κρίσιμο προϋπολογισμό από μια βαθιά διχασμένη Εθνοσυνέλευση.
Το ενδεχόμενο μιας σοβαρής αναταραχής στη γαλλική αγορά κρατικού χρέους προκαλεί ανησυχία και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics, την οποία παρουσιάζει το Euronews, ένα ισχυρό χρηματοπιστωτικό σοκ θα μπορούσε να παρασύρει σε ύφεση τόσο τη Γαλλία όσο και την Ιταλία το 2027, προκαλώντας παράλληλα αύξηση του κόστους δανεισμού σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Πρόκειται, ωστόσο, για ένα δυσμενές σενάριο και όχι για τη βασική πρόβλεψη των οικονομολόγων, οι οποίοι εξακολουθούν να θεωρούν μια γενικευμένη κρίση γαλλικού χρέους σχετικά απίθανη, αν και με δυνητικά σοβαρές συνέπειες.
Στο 4,9% το γαλλικό δεκαετές – Πιέσεις από τις κοινωνικές κινητοποιήσεις
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου κινήθηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου κοντά στο 4,9%, προσεγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών.
Η νέα άνοδος ακολούθησε τα επεισόδια που σημειώθηκαν στις διαδηλώσεις του Σαββατοκύριακου, με πολίτες να διαμαρτύρονται για το αυξημένο κόστος ζωής και την υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και η εκπαίδευση.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια προστίθεται στις πολιτικές δυσκολίες της κυβέρνησης, η οποία πρέπει να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027 και ταυτόχρονα να πείσει τις αγορές ότι διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο περιορισμού των ελλειμμάτων.
Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027, με τους επενδυτές να αναζητούν εγγυήσεις ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα συνεχιστεί και μετά την εκλογική αναμέτρηση.
Χρέος 3,6 τρισ. ευρώ και τόκοι που εκτοξεύονται στα 91 δισ.
Τα δημοσιονομικά μεγέθη εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τη νευρικότητα των αγορών. Σύμφωνα με το γαλλικό στατιστικό ινστιτούτο INSEE, το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 119% του ΑΕΠ, ενώ στο τέλος Ιουνίου 2026 ανερχόταν σε 3,596 τρισ. ευρώ.
Για το 2026, η κυβέρνηση προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ, την ώρα που το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Οι πληρωμές τόκων αναμένεται να φτάσουν τα 91 δισ. ευρώ το 2027, από 79,2 δισ. ευρώ το 2026, επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό με σχεδόν 12 δισ. ευρώ επιπλέον μέσα σε έναν χρόνο.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός και η ασθενική ανάπτυξη περιορίζουν τις προοπτικές ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων, δημιουργώντας τον κίνδυνο περαιτέρω διόγκωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών.
Σε αντίθεση με την περίοδο της πανδημίας, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν είχε υιοθετήσει την πολιτική του «ό,τι κι αν κοστίσει», η Γαλλία διαθέτει πλέον πολύ περιορισμένα περιθώρια για νέες μεγάλες δημόσιες δαπάνες.
Οι αγορές ζητούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για περιορισμό του ελλείμματος και εξοικονόμηση πόρων σε βάθος χρόνου, ενώ η αύξηση του κόστους δανεισμού απειλεί να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη τη σταθεροποίηση του χρέους.
Τα τρία σενάρια της Oxford Economics και ο κίνδυνος ύφεσης
Η Oxford Economics εξετάζει τρεις πιθανές διαδρομές για τη γαλλική οικονομία, με βασικό κριτήριο την εξέλιξη του περιθωρίου απόδοσης των γαλλικών δεκαετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών.
Το συγκεκριμένο περιθώριο, γνωστό ως spread, αποτελεί βασικό δείκτη του πρόσθετου κινδύνου που αποδίδουν οι επενδυτές στο γαλλικό δημόσιο χρέος.
Σήμερα κινείται περίπου στις 145 μονάδες βάσης, ελαφρώς χαμηλότερα από την κορύφωση που καταγράφηκε νωρίτερα τον Οκτώβριο, όταν είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011-2012.
Στο βασικό σενάριο, το γαλλικό spread παραμένει κάτω από τις 200 μονάδες βάσης πριν από τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 και στη συνέχεια αποκλιμακώνεται.
Στο πρώτο δυσμενές σενάριο, διευρύνεται στις 250 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 140 κατά τη δημοσίευση της έκθεσης στις 15 Οκτωβρίου.
Το πιο ακραίο σενάριο προβλέπει εκτίναξη στις 400 μονάδες βάσης, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει τόσο τη Γαλλία όσο και την Ιταλία σε ύφεση το 2027.
Η Ιταλία θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη εξαιτίας του υψηλού δημόσιου χρέους, των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και της ευαισθησίας των επενδύσεων στην αύξηση του κόστους χρηματοδότησης.
Τι σημαίνει μια γαλλική κρίση για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες
Οι συνέπειες μιας σοβαρής αναταραχής στη γαλλική αγορά ομολόγων δεν θα περιορίζονταν στις δύο μεγαλύτερες υπερχρεωμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με την Oxford Economics, το Βέλγιο θα αντιμετώπιζε επίσης σημαντική άνοδο του κόστους δανεισμού, ενώ πιέσεις θα δέχονταν οι αγορές ομολόγων της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
Ωστόσο, για τις τρεις τελευταίες χώρες, οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία εκτιμώνται ως σαφώς ηπιότερες.
Ακόμη και στο ακραίο σενάριο, δεν προβλέπεται ύφεση στην Ελλάδα, την Ισπανία ή την Πορτογαλία.
Μάλιστα, η Oxford Economics εκτιμά ότι η Ευρωζώνη συνολικά θα μπορούσε να αποφύγει την ύφεση, παρά τη σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης σε ορισμένες οικονομίες της.
Το σενάριο για επιτόκια 7% και ο ρόλος της ΕΚΤ
Ο επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη της Capital Economics, Άντριου Κένινγκχαμ, θεωρεί εύλογο ως δυσμενή υπόθεση το ενδεχόμενο το γαλλικό spread να φτάσει στις 400 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που είχε καταγράψει η Ιταλία το 2012, στην κορύφωση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τον οικονομολόγο, θα ασκούσε ισχυρές πιέσεις και σε άλλες υπερχρεωμένες χώρες, με πρώτη την Ιταλία.
Στο ακραίο σενάριο της Oxford Economics, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου θα μπορούσε να εκτιναχθεί στο 7% το δεύτερο τρίμηνο του 2027, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα θα κινδύνευε να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ.
Σε αυτά τα επίπεδα, η Γαλλία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ακόμη και κρίση ρευστότητας. Υπάρχουν, πάντως, σημαντικές διαφορές σε σχέση με την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει πλέον το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument - TPI), που της επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να παρεμβαίνει στην αγορά κρατικών ομολόγων για να περιορίζει αδικαιολόγητες πιέσεις.
Επιπλέον, ο Κένινγκχαμ εκτιμά ότι οι κίνδυνοι για τις τράπεζες και την αγορά ακινήτων είναι σήμερα αισθητά μικρότεροι σε σύγκριση με τη δεκαετία του 2010.
Προς το παρόν, πάντως, οι προσδοκίες άμεσης παρέμβασης της ΕΚΤ παραμένουν περιορισμένες.
Η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, ξεκαθάρισε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η αντιμετώπιση των πιέσεων πρέπει να ξεκινήσει από την ίδια τη Γαλλία, μέσα από δημοσιονομικές αποφάσεις που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Οι δύσκολες αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και τις συντάξεις
Η Oxford Economics εκτιμά ότι η σταθεροποίηση της κατάστασης απαιτεί πολυετές πρόγραμμα συγκράτησης των δημόσιων δαπανών, με σαφείς νομοθετικές δεσμεύσεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.
Ωστόσο, αμφισβητεί κατά πόσο η σημερινή κυβέρνηση μειοψηφίας διαθέτει την πολιτική δυνατότητα να εγγυηθεί την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου.
Έτσι, σημαντικό μέρος των δύσκολων αποφάσεων ενδέχεται να μεταφερθεί στην κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις προεδρικές εκλογές.
Κατά τον Κένινγκχαμ, οι αγορές αναμένουν έναν προϋπολογισμό που θα περιορίζει το έλλειμμα του 2027 περίπου στο 5% του ΑΕΠ. Μια χειρότερη δημοσιονομική επίδοση θα μπορούσε να προκαλέσει νέα υποχώρηση της εμπιστοσύνης στα γαλλικά ομόλογα.
Οι εξαγγελίες Λεπέν και οι αμφιβολίες των οικονομολόγων
Στο πολιτικό πεδίο, η δημοσιονομική κρίση βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης ενόψει των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027.
Η επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς, Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα, έχει δεσμευτεί για μεγάλες περικοπές δημόσιων δαπανών, παράλληλα με πολιτικές ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε πρόσφατη συνέντευξή της στους Financial Times παρουσίασε τις βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής της πολιτικής, ενώ στις 6 Οκτωβρίου το κόμμα της κατέθεσε εναλλακτικό σχέδιο προϋπολογισμού.
Το σχέδιο προβλέπει καθαρή εξοικονόμηση 140 δισ. ευρώ έως το 2032, σε σύγκριση με το 2026, περιορισμό του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2030 και καθιέρωση συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα.
Οι προτεινόμενες περικοπές αφορούν τη διοικητική λειτουργία του κράτους, τις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, τις δαπάνες που σχετίζονται με τη μετανάστευση, καθώς και τη γαλλική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, οι εξαγγελίες αντιμετωπίζονται με επιφυλάξεις.
Ο Ματιέ Πλαν, αναπληρωτής διευθυντής ανάλυσης και προβλέψεων του Γαλλικού Παρατηρητηρίου Οικονομικής Συγκυρίας (OFCE), δήλωσε στη Le Monde ότι εξοικονομήσεις άνω των 80 δισ. ευρώ είναι αμφισβητήσιμες, ανεπαρκώς προσδιορισμένες και δύσκολα εφαρμόσιμες.
Ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου χρέους και λιτότητας
Η μεγαλύτερη απειλή για τη γαλλική οικονομία είναι να παγιδευτεί σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο δημοσιονομικής επιδείνωσης.
Η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει τις δαπάνες για τόκους, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κονδύλια για άλλες κρατικές ανάγκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετες περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων, οι οποίες με τη σειρά τους ενδέχεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη και να δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο τη μείωση του χρέους.
Για τους οικονομολόγους, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι μόνο η ψήφιση ενός προϋπολογισμού που θα καθησυχάσει προσωρινά τις αγορές, αλλά η διαμόρφωση ενός αξιόπιστου και πολιτικά εφαρμόσιμου σχεδίου δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Η προειδοποίηση του Άντριου Κένινγκχαμ αποτυπώνει τη σοβαρότητα των προκλήσεων: «Η Γαλλία οδεύει προς μια κρίση χρέους εδώ και πολλά χρόνια και η στιγμή αυτή πλησιάζει πλέον όλο και περισσότερο».