Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει θετικές ενδείξεις, με σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας τον Μάιο, καθώς το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 7,1% έναντι 8,0% ένα χρόνο πριν, ενώ ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά 10,3%. Παράλληλα, το οικονομικό κλίμα βελτιώθηκε περαιτέρω τον Ιούνιο, φτάνοντας τις 108,3 μονάδες από 107,7 τον προηγούμενο μήνα, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη να παραμένει σχεδόν σταθερή. Η ελληνική οικονομία παρουσίασε ηπιότερη ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση, έναντι ανόδου 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη χαμηλότερη δυναμική της ιδιωτικής κατανάλωσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάπτυξη στην ΕΕ27 παρέμεινε περιορισμένη στο 0,7%, με την εικόνα να επηρεάζεται σημαντικά από την ύφεση στην Ιρλανδία, όπου το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 16,8%, και στη Ρουμανία, με πτώση 1,1%. Αντίθετα, στις περισσότερες υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφηκαν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης.
Στη Βιομηχανία, οι επιχειρηματικές προσδοκίες υποχώρησαν τον Ιούνιο στις 109 μονάδες από 113,9 τον Μάιο, ωστόσο διατηρήθηκαν πάνω από τα περσινά επίπεδα. Θετική εικόνα καταγράφεται και στη βιομηχανική παραγωγή, η οποία αυξήθηκε κατά 4% τον Μάιο σε ετήσια βάση, έναντι οριακής υποχώρησης 0,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η εγχώρια μεταποίηση ενισχύθηκε κατά 3,7%. Παράλληλα, οι εξαγωγές της Βιομηχανίας αυξήθηκαν κατά 5,6% τον Απρίλιο, αν και το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε στα 3,5 δισ. ευρώ από 3,2 δισ. ευρώ ένα χρόνο πριν.
Σύμφωνα με το ειδικό θέμα για την παραγωγικότητα εργασίας στη Βιομηχανία, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο ανήλθε το 2025 στις 56,6 χιλ. ευρώ (σε σταθερές τιμές 2020), αντιστοιχώντας στο 74% του μέσου όρου της ΕΕ. Παρά την επιβράδυνση που προκάλεσε η κρίση χρέους, η παραγωγικότητα της Βιομηχανίας βρίσκεται πλέον σε τροχιά ανάκαμψης και παραμένει κατά 60% υψηλότερη από το σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική Βιομηχανία κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την παραγωγικότητα, ενώ ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις καταγράφουν οι κλάδοι της διύλισης, της ηλεκτρικής ενέργειας και των βασικών μετάλλων.
Στην Ελλάδα, η παραγωγικότητα στη Βιομηχανία το 2025 υπερβαίνει κατά 60% την παραγωγικότητα του συνόλου της οικονομίας, με την αναλογία να διαμορφώνεται στο 1,6, καταγράφοντας την τρίτη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Δανία και την Ολλανδία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις υψηλότερες επιδόσεις παραγωγικότητας στη Βιομηχανία παρουσιάζουν η Ιρλανδία με 657 χιλ. ευρώ και η Δανία με 238 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ ακολουθούν η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Σουηδία με πάνω από 130 χιλ. ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) ανά εργαζόμενο. Ο μέσος όρος της ΕΕ ανέρχεται στις 97 χιλ. ευρώ, ενώ χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφουν χώρες όπως η Βουλγαρία, η Κροατία και η Ρουμανία, με κάτω από 40 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο. Συνολικά, η παραγωγικότητα της Βιομηχανίας υπερβαίνει την παραγωγικότητα της οικονομίας στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, με εξαιρέσεις μεταξύ άλλων το Λουξεμβούργο, την Κύπρο και την Κροατία.
Η Βιομηχανία στην Ελλάδα κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την παραγωγικότητα εργασίας, ενώ το σύνολο της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στην 25η θέση. Η Βιομηχανία παρουσιάζει τη μικρότερη απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ, μετά τον Χρηματοπιστωτικό τομέα και τον τομέα «Τέχνες, Διασκέδαση και Ψυχαγωγία», οι οποίοι καταλαμβάνουν αντίστοιχα τη 17η και την 20ή θέση. Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα εργασίας στη Βιομηχανία αντιστοιχεί στο 68% του μέσου όρου της Βιομηχανίας στην ΕΕ το 2025, ενώ η συνολική οικονομία περιορίζεται στο 53% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η απόκλιση της ελληνικής Βιομηχανίας από τον μέσο όρο της ΕΕ ανέρχεται στις 32 μονάδες, έναντι 47 μονάδων για το σύνολο της οικονομίας, γεγονός που αναδεικνύει τη σχετικά ισχυρότερη θέση του βιομηχανικού τομέα σε όρους παραγωγικότητας.
Στους επιμέρους βιομηχανικούς κλάδους, η παραγωγικότητα εργασίας παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Στα Ορυχεία – Λατομεία διαμορφώνεται στις 66 χιλ. ευρώ, στη Μεταποίηση στις 51 χιλ. ευρώ και στην Παροχή νερού στις 29 χιλ. ευρώ, ενώ ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα καταγράφει η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος με 217 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο. Την υψηλότερη επίδοση σημειώνει ο κλάδος διύλισης πετρελαίου, με τη μέση παραγωγικότητα εργασίας να φτάνει τις 327 χιλ. ευρώ το 2024 σε τρέχουσες τιμές, ενώ ακολουθούν η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ο κλάδος Βασικών μετάλλων με 150 χιλ. ευρώ. Οι περισσότεροι κλάδοι της Βιομηχανίας καταγράφουν παραγωγικότητα πάνω από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας, με τη διύλιση να παρουσιάζει οκταπλάσιο επίπεδο, την ηλεκτρική ενέργεια πενταπλάσιο και τα βασικά μέταλλα σχεδόν τετραπλάσιο επίπεδο σε σχέση με το σύνολο της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται ισχυρή συσχέτιση μεταξύ παραγωγικότητας και μέσων αμοιβών, καθώς οι περισσότεροι βιομηχανικοί κλάδοι υπερβαίνουν τον μέσο όρο της οικονομίας και στους δύο δείκτες.