Η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, παρά την άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων και τις αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, χωρίς μέχρι στιγμής να καταγράφονται ενδείξεις γενικευμένης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό υπογράμμισε τη Δευτέρα η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ χαιρέτισε τη συμφωνία που επιτεύχθηκε την Κυριακή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, σε ανάρτησή της στην ιστοσελίδα του Ταμείου, προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύγκρουσης, καθώς και οι διαταραχές που θα μπορούσαν να προκληθούν στην παγκόσμια προσφορά αγαθών και ενέργειας, συνιστούν «σαφή κίνδυνο για την παγκόσμια ανάπτυξη».
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένεται να δημοσιοποιήσει τις επικαιροποιημένες οικονομικές του προβλέψεις στις 8 Ιουλίου, οι οποίες θα αποτυπώνουν τις τελευταίες εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Υπενθυμίζεται ότι τον Απρίλιο το ΔΝΤ είχε παρουσιάσει τρία διαφορετικά σενάρια για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας κατά τα έτη 2026 και 2027. Στο ενδιάμεσο «δυσμενές σενάριο», η παγκόσμια ανάπτυξη προβλεπόταν να επιβραδυνθεί στο 2,5% το 2026, ενώ ο γενικός πληθωρισμός εκτιμάτο ότι θα διαμορφωνόταν στο 5,4%.
Η Γκεοργκίεβα είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα ότι το συγκεκριμένο δυσμενές σενάριο βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Ωστόσο, οι νεότερες τοποθετήσεις της αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ταμείο να επανέλθει στο βασικό του σενάριο, το οποίο στηριζόταν στην υπόθεση ενός σύντομης διάρκειας πολέμου μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ και προέβλεπε παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης 3,1% για το 2026.
«Περισσότερους από τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να αντέχει. Οι τιμές των εμπορευμάτων, ο πληθωρισμός και οι πληθωριστικές προσδοκίες, καθώς και οι χρηματοοικονομικές συνθήκες, έχουν επηρεαστεί. Ωστόσο, μέχρι στιγμής οι επιπτώσεις αυτές δεν έχουν λάβει τέτοια έκταση ώστε να υποδηλώνουν μια παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση», ανέφερε χαρακτηριστικά η επικεφαλής του ΔΝΤ.