Με το βλέμμα στραμμένο στη Μέση Ανατολή και στις διεθνείς αγορές, η κυβέρνηση επιχειρεί να χαρτογραφήσει το νέο οικονομικό τοπίο που διαμορφώνεται, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επαναφέρει στο προσκήνιο σενάρια έντονης μεταβλητότητας στις τιμές της ενέργειας, με το οικονομικό επιτελείο να προχωρά ήδη σε προσομοιώσεις για τις πιθανές επιπτώσεις και τα εργαλεία αντίδρασης που θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν, εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Η εμπειρία των αλλεπάλληλων διεθνών κρίσεων της τελευταίας πενταετίας λειτουργεί ως οδηγός. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών παρακολουθεί τις εξελίξεις με ψυχραιμία αλλά και αυξημένη εγρήγορση, τονίζοντας πως το εύρος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης.
Συνεργάτες του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης διαμηνύουν ότι υπάρχουν τα απαραίτητα δημοσιονομικά και θεσμικά εργαλεία, ώστε, εφόσον χρειαστεί, να στηριχθεί η πραγματική οικονομία με στοχευμένες και υπεύθυνες παρεμβάσεις.
Στο παρασκήνιο, δεν αποκλείεται η επανεξέταση δοκιμασμένων λύσεων, όπως τα επιδόματα τύπου fuel pass ή άλλες στοχευμένες ενισχύσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ωστόσο, αρμόδιες πηγές ξεκαθαρίζουν ότι η χώρα απέχει ακόμη από ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Υπενθυμίζουν, μάλιστα, πως την προηγούμενη φορά που ενεργοποιήθηκαν αντίστοιχα μέτρα, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου είχαν διατηρηθεί για εβδομάδες πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με την τιμή στην αντλία να αγγίζει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ το δημοσιονομικό κόστος ξεπέρασε τα 200 εκατ. ευρώ, σε ένα περιβάλλον όπου οι ευρωπαϊκοί κανόνες επέτρεπαν μεγαλύτερη ευελιξία.
Σήμερα, η εικόνα παραμένει διαφορετική. Η τιμή του Brent κινείται κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, παρά τις ενδοσυνεδριακές διακυμάνσεις. Παράλληλα, τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας εδράζονται σε δύο βασικούς πυλώνες. Σε εθνικό επίπεδο, το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας, αν και θέτει όρια στην αύξηση των δαπανών σε περιόδους ομαλότητας, δεν λειτουργεί ως «στενός κορσές» σε περίπτωση κρίσης. Η δημοσιονομική ισορροπία που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια παρέχει περιορισμένο αλλά υπαρκτό χώρο για παρεμβάσεις. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εφόσον η κατάσταση κλιμακωθεί και υπάρξει πολιτική συμφωνία, θα μπορούσε να εξεταστεί εκ νέου η ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής, αν και τα υψηλά επίπεδα χρέους σε μεγάλες οικονομίες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και ακόμη και η Γερμανία, περιορίζουν τα περιθώρια γενικευμένων δημοσιονομικών «ανοιγμάτων».
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης εκτόξευσης των τιμών του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι. Ο Προϋπολογισμός του 2026 έχει καταρτιστεί με βασικό σενάριο μέσης τιμής στα 62,4 δολάρια, ενσωματώνει όμως και δυσμενή εκδοχή, που προβλέπει κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και διατήρηση της τιμής στα 100 δολάρια ως ετήσιο μέσο όρο. Το σενάριο αυτό, βασισμένο στο Oxford Economic Model, αποτυπώνει τις αντοχές της οικονομίας σε ένα σοκ διαρκείας και όχι σε μια παροδική αναταραχή.
Σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας, σε περίπτωση παρατεταμένης ανόδου του πετρελαίου, το πραγματικό ΑΕΠ θα υποχωρούσε κατά 0,45% σε σχέση με το βασικό σενάριο, περιορίζοντας τον ρυθμό ανάπτυξης στο 1,9%. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να εκτιναχθεί έως το 4,7%, έναντι πρόβλεψης 2,2%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση θα δεχόταν πιέσεις, με πτώση της τάξης του 0,7%. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών θα οδηγούσε σε υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να εμφανίζεται μειωμένο κατά περίπου 1,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε πραγματικούς όρους, οι εισαγωγές θα υποχωρούσαν λόγω της εξασθένησης της εγχώριας ζήτησης, αν και σε ονομαστικές τιμές θα κατέγραφαν αύξηση εξαιτίας του διεθνούς πληθωρισμού. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εκτιμάται ότι θα επιδεινωνόταν οριακά, κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση πως η επίδραση, αν και αρνητική, παραμένει διαχειρίσιμη.
Παρά ταύτα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζουν τα όρια της οικονομικής πολιτικής σε περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ενδεχόμενη γενίκευση της σύρραξης με επίκεντρο το Ιράν και τα ενεργειακά περάσματα της περιοχής θα μπορούσε να ανατρέψει τα δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση, καθοριστικός παράγοντας για την ελληνική οικονομία παραμένει ο τουρισμός, ένας κλάδος ιδιαίτερα ευαίσθητος σε διεθνείς αναταράξεις, ο οποίος λειτουργεί ως βαρόμετρο για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα.