Beiersdorf Hellas: Πωλήσεις 48,5 εκατ. ευρώ και αύξηση 23,5% στα καθαρά κέρδη
Η ενίσχυση της κερδοφορίας, η βελτίωση των περιθωρίων και η αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων. Η αλλαγή του μοντέλου Transfer Pricing, οι δαπάνες διαφήμισης και η απόφαση για μη διανομή μερίσματος
Ανοδική πορεία κατέγραψε το 2025 η Beiersdorf Hellas, η ελληνική θυγατρική του γερμανικού ομίλου Beiersdorf, που διαθέτει στην αγορά γνωστά εμπορικά σήματα όπως τα NIVEA, Liposan και Hansaplast. Η εταιρεία ενίσχυσε τόσο τον κύκλο εργασιών όσο και την κερδοφορία της, με τα καθαρά κέρδη να αυξάνονται με ρυθμό υπερτριπλάσιο εκείνου των πωλήσεων, ενώ παράλληλα βελτίωσε τη ρευστότητά της και περιόρισε τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της προς τη μητρική.
Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις για τη χρήση 2025 ο κύκλος εργασιών της Beiersdorf Hellas ανήλθε σε 48,52 εκατ. ευρώ, έναντι 45,53 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 6,57%. Σε απόλυτα μεγέθη, οι πωλήσεις ενισχύθηκαν κατά περίπου 2,99 εκατ. ευρώ. Όπως αναφέρει η διοίκηση στην έκθεση διαχείρισης, «Η αύξηση οφείλεται στην επιτυχημένη προϊοντική στρατηγική της εταιρείας, σε συνδυασμό με τη γενικότερη ανάκαμψη στην οικονομία της χώρας».
Η Beiersdorf Hellas διατηρεί παρουσία σε διαφορετικά κανάλια διανομής, από τη μαζική αγορά και την επιλεκτική διανομή έως τα φαρμακεία, ενώ αναπτύσσει και εξαγωγική δραστηριότητα προς την Κύπρο. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η ελληνική θυγατρική «κατέχει σημαντικό μερίδιο της αγοράς, πρωταγωνιστώντας σε αρκετές κατηγορίες».
Αύξηση 23,5% στα καθαρά κέρδη και βελτίωση του EBITDA
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η βελτίωση σε επίπεδο κερδοφορίας. Τα λειτουργικά κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) διαμορφώθηκαν σε 2,37 εκατ. ευρώ, έναντι 2 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 18,25%. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 2,23 εκατ. ευρώ από 2,05 εκατ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 8,87%, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους αυξήθηκαν κατά 23,48%, φτάνοντας τα 1,79 εκατ. ευρώ από 1,45 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Στη βελτίωση της τελικής κερδοφορίας συνέβαλε και η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία διαμορφώθηκε στις 436 χιλ. ευρώ, έναντι 595,5 χιλ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας υποχώρηση 26,72%. Ανοδικά κινήθηκαν και τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA), τα οποία ανήλθαν σε 2,98 εκατ. ευρώ, έναντι 2,61 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 13,96%.
Παράλληλα, το περιθώριο μικτού κέρδους ενισχύθηκε στο 56,4%, έναντι 55,7% το 2024, σημειώνοντας βελτίωση κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες. Σε απόλυτα μεγέθη, τα μικτά κέρδη διαμορφώθηκαν σε περίπου 27,36 εκατ. ευρώ από 25,34 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,97%. Η διοίκηση συνδέει αυτή την εξέλιξη με «τη μείωση του κόστους πωληθέντων σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων σε συνδυασμό με το καλύτερο προϊοντικό και πελατειακό μείγμα συγκριτικά με το 2024».
Οι εκπτώσεις, το κόστος λειτουργίας και το νέο μοντέλο Transfer Pricing
Από την αναλυτική εικόνα των οικονομικών καταστάσεων προκύπτει ότι οι πωλήσεις εμπορευμάτων πριν από τις εκπτώσεις ανήλθαν σε 72,85 εκατ. ευρώ, έναντι 68,61 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 6,19%. Οι εκπτώσεις επί των πωλήσεων διαμορφώθηκαν σε 9,56 εκατ. ευρώ από 9 εκατ. ευρώ, ενώ οι παροχές και εκπτώσεις προς πελάτες για προωθητικές ενέργειες έφτασαν τα 14,79 εκατ. ευρώ, έναντι 14,09 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος, παρουσιάζοντας αύξηση 4,99%. Τα ποσά αυτά αφαιρούνται από τις πωλήσεις για τον προσδιορισμό του καθαρού κύκλου εργασιών.
Ωστόσο, σημαντική άνοδο κατέγραψαν τα λοιπά λειτουργικά έξοδα, τα οποία διαμορφώθηκαν σε 14,56 εκατ. ευρώ από 12,66 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 14,98%. Η σημαντικότερη επιβάρυνση εντοπίζεται στις αμοιβές και στα έξοδα τρίτων, τα οποία αυξήθηκαν κατά 18,09%, φτάνοντας τα 12,30 εκατ. ευρώ από 10,42 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τις oikonomik;ew katas;taseiw η αύξηση συνδέεται κυρίως με την αναθεώρηση του μοντέλου Transfer Pricing του ομίλου Beiersdorf, στο πλαίσιο εφαρμογής νέου επιχειρηματικού μοντέλου, καθώς και με τη χρέωση «Performance Fees» προς τα τοπικά κέντρα διανομής για την επίτευξη προκαθορισμένου λειτουργικού αποτελέσματος (EBIT).
Διαφημιστικές δαπάνες άνω των 7 εκατ. ευρώ
Σε υψηλά επίπεδα παρέμειναν οι δαπάνες προβολής και διαφήμισης της Beiersdorf Hellas, οι οποίες ανήλθαν σε 7,02 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 7,03 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,18%. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 14,5% του ετήσιου κύκλου εργασιών/ Ενδιαφέρον παρουσιάζει, πάντως, η διαφοροποίηση στην κατανομή των διαφημιστικών κονδυλίων. Οι δαπάνες για διαφήμιση σε ραδιόφωνο, τηλεόραση και λοιπά μέσα ενημέρωσης αυξήθηκαν κατά 17,33%, στα 2,24 εκατ. ευρώ από 1,91 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι διαφημίσεις στον Τύπο περιορίστηκαν στα 1,34 εκατ. ευρώ από 1,39 εκατ. ευρώ. Οι δαπάνες προβολής μέσω προωθητικών ενεργειών διαμορφώθηκαν σε 1,19 εκατ. ευρώ, έναντι 1,27 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ η αξία των δειγμάτων που χορηγήθηκαν παρέμεινε κοντά στις 513 χιλ. ευρώ.
Παράλληλα, το συνολικό κόστος παροχών προς εργαζομένους διαμορφώθηκε σε 4,78 εκατ. ευρώ, έναντι 4,55 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5,17%. Ο αριθμός του προσωπικού στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε σε 73 εργαζομένους, έναντι 75 στο τέλος του 2024.
Ενίσχυση των ταμειακών διαθεσίμων κατά 40%
Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα της ρευστότητας στη χρήση 2025. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα αυξήθηκαν κατά 39,96%, φτάνοντας τα 6,64 εκατ. ευρώ, έναντι 4,74 εκατ. ευρώ στο τέλος της προηγούμενης χρήσης. Οι εμπορικές απαιτήσεις αυξήθηκαν κατά 3,98%, στα 22,28 εκατ. ευρώ από 21,42 εκατ. ευρώ, με την κυκλοφοριακή ταχύτητα απαιτήσεων να βελτιώνεται στις 165 ημέρες από 169 ημέρες το 2024. Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 9,15%, φτάνοντας τα 21,20 εκατ. ευρώ από 19,42 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις περιορίστηκαν κατά 10,98%, στα 11,69 εκατ. ευρώ από 13,13 εκατ. ευρώ.
Χωρίς τραπεζικό δανεισμό, μείωση των υποχρεώσεων προς τη μητρική
Η Beiersdorf Hellas εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς τραπεζικό δανεισμό, καθώς η χρηματοδοτική της σχέση βασίζεται στη μητρική Beiersdorf AG. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση διαχείρισης, «Η Εταιρεία δε δανειοδοτείται από τράπεζες ή τρίτους, παρά μόνο από τη μητρική εταιρεία BDF AG». Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις προς συνδεδεμένες εταιρείες περιορίστηκαν σε 828 χιλ. ευρώ στο τέλος του 2025, έναντι 1,58 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 47,68%. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις αφορούν τον τοκοφόρο ενδοομιλικό λογαριασμό που διατηρεί η ελληνική θυγατρική με τη μητρική της. Τα χρηματοοικονομικά έξοδα της χρήσης μειώθηκαν σε 141 χιλ. ευρώ από 201 χιλ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις μισθώσεων διαμορφώθηκαν σε 1,32 εκατ. ευρώ, έναντι 1,75 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024. Σημειώνεται ότι η Beiersdorf AG ελέγχει το 99,99% του μετοχικού κεφαλαίου της ελληνικής θυγατρικής, με το υπόλοιπο 0,01% να ανήκει στην Phanex Handelsgesellschaft mbH.
Στο πλαίσιο των ενδοομιλικών συναλλαγών, οι αγορές και τα έξοδα από συνδεδεμένα μέρη ανήλθαν σε 33,70 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 30,74 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση περίπου 9,64%. Σημαντικό μέρος τους αφορά συναλλαγές με την Beiersdorf Customer Supply GmbH, η οποία έχει αναλάβει την αποθήκευση και διακίνηση των προϊόντων του ομίλου στην Ελλάδα.
Δεν προτείνεται διανομή μερίσματος
Παρά τη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων και την ενίσχυση των ταμειακών διαθεσίμων, η διοίκηση της Beiersdorf Hellas επέλεξε να μην προτείνει διανομή μερίσματος για τη χρήση 2025. Υπενθυμίζεται ότι κατά τη χρήση 2024 η εταιρεία είχε προχωρήσει σε καταβολή μερίσματος ύψους 4,60 εκατ. ευρώ προς τη μητρική.
Αισιοδοξία για το 2026
Όσον αφορά την πορεία της τρέχουσας χρήσης, η διοίκηση εμφανίζεται αισιόδοξη, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το διεθνές περιβάλλον εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές αβεβαιότητες. «Για το 2026, η Εταιρεία παραμένει αισιόδοξη ως προς την πορεία των εργασιών της και εκτιμά ότι τα αποτελέσματά της θα κινηθούν σύμφωνα με τους επιχειρησιακούς της στόχους» αναφέρεται χαρακτηριστικά στις οικονομικές καταστάσεις. Παράλληλα, η διοίκηση σημειώνει ότι «εξακολουθούν να υφίστανται παράγοντες αβεβαιότητας στο διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τις συνθήκες της αγοράς». Στο πλαίσιο αυτό, η Beiersdorf Hellas δηλώνει ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει συνετή επιχειρηματική στρατηγική, «εστιάζοντας στη διατήρηση της κερδοφορίας της, στη βέλτιστη διαχείριση του λειτουργικού της κόστους, καθώς και στην αποτελεσματική παρακολούθηση και έγκαιρη είσπραξη των απαιτήσεών της».