Με ιδιαίτερα αιχμηρή ανάρτησή του στο LinkedIn, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαρροής scrap αλουμινίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατηγορώντας την Κομισιόν ότι υπαναχωρεί από προηγούμενες δεσμεύσεις της για την προστασία μιας στρατηγικής πρώτης ύλης.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται η απόφαση της Επιτροπής, όπως υποστηρίζει, να μην προχωρήσει στο στοχευμένο μέτρο που είχε προαναγγείλει για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με στόχο τον περιορισμό των εξαγωγών ανακυκλώσιμου αλουμινίου προς τρίτες χώρες.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η Επιτροπή είχε πραγματοποιήσει ειδική δημόσια διαβούλευση, αναγνωρίζοντας τη σημασία της διατήρησης αυτής της πρώτης ύλης εντός της ευρωπαϊκής αγοράς για την απανθρακοποίηση, τη στρατηγική αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Μυτιληναίο, η συγκεκριμένη δέσμευση έχει πλέον εγκαταλειφθεί και στη θέση της προωθούνται εναλλακτικές νομικές προσεγγίσεις, οι οποίες ενδέχεται να παρατείνουν τις συζητήσεις στις Βρυξέλλες για έναν ακόμη χρόνο.
«Ως εδώ», τονίζει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία ανακύκλωσης δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Εξαγωγές-ρεκόρ και αύξηση 243% προς τις ΗΠΑ
Για να αναδείξει το μέγεθος του προβλήματος, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος επικαλείται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι εξαγωγές scrap αλουμινίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν το 2025 σε 1,27 εκατ. τόνους, καταγράφοντας αύξηση 50% σε σύγκριση με το 2019.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν, όπως σημειώνει, η άνοδος των εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 243% μέσα σε έναν χρόνο, από το 2024 στο 2025.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την παρέμβασή του, επιτείνει την έλλειψη διαθέσιμης πρώτης ύλης για τις ευρωπαϊκές μονάδες δευτερογενούς τήξης αλουμινίου, οι οποίες βασίζονται στην ανακύκλωση για την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Όπως υποστηρίζει, η συνεχιζόμενη εκροή ανακυκλώσιμου υλικού περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να πραγματοποιήσουν νέες επενδύσεις, να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα και να ενισχύσουν την παραγωγική τους δυναμικότητα.
«Δεν μπορεί να υπάρξει κυκλική οικονομία όταν οι πρώτες ύλες φεύγουν από την Ευρώπη»
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος συνδέει το ζήτημα με τη συνολικότερη ευρωπαϊκή στρατηγική για την πράσινη μετάβαση και την ενίσχυση της βιομηχανικής ανθεκτικότητας.
Κατά την άποψή του, υπάρχει ουσιαστική αντίφαση ανάμεσα στους στόχους της ΕΕ για κυκλική οικονομία και στην απουσία αποτελεσματικών μέτρων που θα διασφαλίζουν ότι οι στρατηγικές δευτερογενείς πρώτες ύλες παραμένουν διαθέσιμες για την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Η Ευρώπη, όπως επισημαίνει, δεν μπορεί να επενδύει στη συλλογή και στην ανακύκλωση υλικών και στη συνέχεια να επιτρέπει τη μαζική εξαγωγή τους, στερώντας από τη δική της βιομηχανία τους πόρους που χρειάζεται.
Αιχμές για τους εμπορικούς κανόνες της ΕΕ
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη στάση των εμπορικών εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως υποστηρίζει, ολοένα περισσότερες χώρες υιοθετούν εξαγωγικούς δασμούς, περιορισμούς και άλλες παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρήσουν το ανακυκλώσιμο αλουμίνιο για τις εγχώριες βιομηχανίες τους.
Αντίθετα, εκτιμά ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να επιμένει σε μια προσέγγιση ανοικτού εμπορίου, η οποία δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο από τους διεθνείς ανταγωνιστές της.
Η στάση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και αποδυναμώνει την προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Ζητά άμεση παρέμβαση από τις Βρυξέλλες
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εγκαταλείψει τις καθυστερήσεις και να προχωρήσει άμεσα στη θέσπιση αποτελεσματικού μηχανισμού για τον περιορισμό της διαρροής scrap αλουμινίου.
Όπως υπογραμμίζει, το μέτρο θα πρέπει να καλύπτει όλα τα σχετικά προϊόντα και όλους τους εξαγωγικούς προορισμούς, ώστε να μην αφήνει περιθώρια παράκαμψης.
Το μήνυμά του προς τις Βρυξέλλες είναι σαφές: η προστασία των στρατηγικών πρώτων υλών δεν μπορεί να παραμένει αντικείμενο διαρκών διαβουλεύσεων, την ώρα που η ευρωπαϊκή βιομηχανία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις.
Η παρέμβαση αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα για την ευρωπαϊκή οικονομία: πώς μπορεί η ΕΕ να επιτύχει τους στόχους της πράσινης μετάβασης και της βιομηχανικής αυτονομίας, εάν δεν διασφαλίσει πρώτα την πρόσβαση των επιχειρήσεών της στις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την παραγωγή.