Νέα δεδομένα για τη συνδεσιμότητα και την περιφερειακή ανάπτυξη δημιουργούν ο σχεδιαζόμενος μετασχηματισμός της Διώρυγας της Κορίνθου και η προσπάθεια ανάπτυξης δικτύου υδροπλάνων και υδατοδρομίων στη χώρα, με στόχο τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου συστήματος θαλάσσιων και πολυτροπικών μεταφορών.
Οι προοπτικές αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο του πάνελ «Λιμάνια, Θαλάσσιες Μεταφορές και Συνδεσιμότητα: Νέες ευκαιρίες για περιφερειακή ανάπτυξη», στο πλαίσιο του 7ου Olympia Forum μια συζήτηση που συντόνισε η η δημοσιογράφος Χριστίνα Τσιορωτά από το patrisnews.com.
Ο πρόεδρος της Ανώνυμης Εταιρείας Διώρυγας Κορίνθου, Βασίλης Νανόπουλος, παρουσίασε τον σχεδιασμό για την επανατοποθέτηση της Διώρυγας στον μεταφορικό και αναπτυξιακό χάρτη, επισημαίνοντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένας ευρύτερος διάλογος για τον ρόλο της στον 21ο αιώνα.
Κεντρικός στόχος, όπως ανέφερε, είναι η μετάβαση «από τη διέλευση σε έναν κόμβο», με τη Διώρυγα να αποκτά ευρύτερο αναπτυξιακό, επιχειρηματικό και τουριστικό χαρακτήρα.
Ο σχεδιασμός λαμβάνει υπόψη τις έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που επηρεάζουν τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, το ευρωπαϊκό πλαίσιο μεταφορών, αλλά και τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στη διεθνή ναυτιλία.
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί η ίδια η γεωγραφική θέση της Διώρυγας, η οποία συνδέει τον Σαρωνικό με τον Κορινθιακό Κόλπο και κατ' επέκταση την ανατολική με τη δυτική Ελλάδα.
Σύμφωνα με τον κ. Νανόπουλο, μέσω της Διώρυγας κινούνται περίπου 13.000-14.000 σκάφη και πλοία ετησίως, ενώ η λειτουργία της εξυπηρετεί επιχειρήσεις με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό που δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού.
Στις μεταφορές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μεταλλεύματα και καύσιμα, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η τουριστική αξιοποίηση της ευρύτερης περιοχής.
Ψηφιακός μετασχηματισμός
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην τεχνολογική αναβάθμιση της Διώρυγας. Όπως ανέφερε ο πρόεδρος της εταιρείας, ήδη αξιοποιούνται εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για καλύτερη ανάλυση της αγοράς και προσέγγιση νέων πελατών, ενώ προχωρά η ψηφιοποίηση της ενημέρωσης, της επικοινωνίας και των συναλλαγών.
Η νέα ψηφιακή λειτουργία έχει ήδη συμβάλει, σύμφωνα με τον ίδιο, στη σημαντική μείωση του χρόνου αναμονής των σκαφών, ο οποίος την τελευταία χρονιά περιορίστηκε περίπου στο μισό, με περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης.
Παράλληλα, το σχέδιο για την επόμενη ημέρα της Διώρυγας επιχειρεί να συνδέσει τη θαλάσσια υποδομή με το ισχυρό πολιτιστικό και τουριστικό απόθεμα της περιοχής.
Η Αρχαία Κόρινθος, το αρχαίο λιμάνι του Λεχαίου, οι Κεχριές και σημαντικοί αρχαιολογικοί προορισμοί της ευρύτερης περιοχής μπορούν, σύμφωνα με τον κ. Νανόπουλο, να ενταχθούν σε ένα ενιαίο αναπτυξιακό προϊόν.
«Θέλουμε να μεταφερθούμε από τη διέλευση σε έναν κόμβο», ήταν το βασικό μήνυμα της παρέμβασής του, με τον ίδιο να προαναγγέλλει ότι έως το τέλος του έτους αναμένεται να ολοκληρωθεί ο εσωτερικός διάλογος και οι σχετικές μελέτες για τον νέο ρόλο της Διώρυγας.
Ο σχεδιασμός, όπως τόνισε, θα τεθεί σε διάλογο με την Πολιτεία, την Περιφέρεια, τα επιμελητήρια, τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και τις τοπικές κοινωνίες, με στόχο ένα μοντέλο που θα είναι κοινωνικά αποδεκτό και οικονομικά βιώσιμο για τις επόμενες δεκαετίες.
Τα υδροπλάνα στον νέο χάρτη μεταφορών
Στην ίδια κατεύθυνση της ενίσχυσης της περιφερειακής συνδεσιμότητας κινείται και ο σχεδιασμός για την ανάπτυξη των υδροπλάνων.
Ο Χαράλαμπος Γαργαρέτας, Διευθυντής Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υποδομών Υδατοδρομίων της Ελληνικά Υδατοδρόμια, ξεκαθάρισε ότι τα υδροπλάνα δεν αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά προς την ακτοπλοΐα ή τις αεροπορικές μεταφορές.
Αντίθετα, όπως σημείωσε, στόχος είναι να λειτουργήσουν συμπληρωματικά μέσα σε ένα σύστημα πολυτροπικών μετακινήσεων, καλύπτοντας κυρίως συνδέσεις τις οποίες τα υφιστάμενα μέσα δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν γρήγορα και αποτελεσματικά.
«Τα υδροπλάνα τα αντιμετωπίζουμε ως έναν κρίκο σε μια συμπληρωματική αλυσίδα μετακινήσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η φιλοσοφία του δικτύου βασίζεται στη σύνδεση μικρότερων νησιών και απομακρυσμένων περιοχών με μεγαλύτερους κόμβους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δυνατότητα σύνδεσης της Χίου με τα Ψαρά, όπου ένα υδροπλάνο μπορεί να καλύψει σε πολύ μικρό χρόνο μια διαδρομή που σήμερα απαιτεί διαφορετικό σχεδιασμό μετακίνησης.
Παράλληλα, τα υδροπλάνα μπορούν να αποκτήσουν ρόλο και πέρα από την αμιγώς επιβατική μεταφορά.
Όπως ανέφερε ο κ. Γαργαρέτας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην εφοδιαστική αλυσίδα, σε υπηρεσίες ταχυμεταφορών, σε επείγουσες ανάγκες, ακόμη και σε διακομιδές ασθενών, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο εφαρμογής τους.
Κυλλήνη - κόμβος για τη Δυτική Ελλάδα
Ειδικό βάρος στον επιχειρησιακό σχεδιασμό αποκτά η Δυτική Ελλάδα και ειδικότερα η Κυλλήνη.
Στην περιοχή πραγματοποιήθηκε δοκιμαστική πτήση τον Μάρτιο του 2026, ενώ, σύμφωνα με τον κ. Γαργαρέτα, η Κυλλήνη μπορεί να αποτελέσει κεντρικό σημείο ανάπτυξης του δικτύου υδροπλάνων για τα Ιόνια Νησιά, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.
Στον ευρύτερο σχεδιασμό βρίσκεται και το Κατάκολο, με στόχο να αξιοποιηθεί η ισχυρή παρουσία της κρουαζιέρας και να δημιουργηθεί σύνδεση με την Αρχαία Ολυμπία, προσθέτοντας ένα νέο σκέλος στο τουριστικό προϊόν της περιοχής.
Ο σχεδιασμός, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, προβλέπει ένα δίκτυο στο οποίο τα υδροπλάνα θα μπορούν να λειτουργήσουν ως «γέφυρα» ανάμεσα σε λιμάνια, νησιά, τουριστικούς προορισμούς και υφιστάμενα αεροπορικά ή ακτοπλοϊκά δίκτυα.
Η εταιρεία διαθέτει ήδη δύο υδροπλάνα, ένα Cessna Caravan και ένα Twin Otter, ενώ σύμφωνα με τον κ. Γαργαρέτα το μεγαλύτερο μέρος των απαιτούμενων υποδομών και αδειοδοτήσεων έχει πλέον προχωρήσει.
Το κρίσιμο τελευταίο βήμα αφορά την εμπορική λειτουργία.
Ο ίδιος απέφυγε να δώσει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, σημείωσε ωστόσο ότι στόχος είναι τα υδροπλάνα να μπορέσουν να πετάξουν εμπορικά το επόμενο καλοκαίρι.
Η κοινή συνισταμένη των δύο παρεμβάσεων είναι ότι οι υποδομές μεταφορών μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης μόνο εφόσον πάψουν να αντιμετωπίζονται μεμονωμένα. Η αναβάθμιση της Διώρυγας της Κορίνθου, τα λιμάνια, τα υδατοδρόμια και τα νέα μέσα μεταφοράς καλούνται να συνδεθούν σε ένα ενιαίο δίκτυο, το οποίο θα ενισχύει την προσβασιμότητα, τον τουρισμό και την τοπική οικονομία.
Έλλειμμα εξειδικευμένων στελεχών στην παράκτια οικονομία
Στην ανάγκη ενίσχυσης της λεγόμενης «παράκτιας οικονομίας», με επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, λιμενικές υποδομές και καλύτερη σύνδεση των λιμανιών με την παραγωγή και τις εξαγωγές, εστίασαν οι παρεμβάσεις στο Olympia Forum.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Οργάνωση, Λειτουργία, Ανάπτυξη και Διοίκηση Λιμένων», Δημήτρης Δρόσος, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα εξειδικευμένων στελεχών.
Όπως ανέφερε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η γνώση της καθημερινής λειτουργίας ενός λιμένα, αλλά κυρίως η διοίκηση και το management οργανισμών που καλούνται να λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
«Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή αρκετά στελέχη που να γνωρίζουν σε βάθος τη διοίκηση», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι οι ανάγκες δεν περιορίζονται στα λιμάνια, αλλά επεκτείνονται σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων, από τη Διώρυγα της Κορίνθου και τα υδατοδρόμια μέχρι τα λιμενικά ταμεία και τα ναυπηγεία.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια ανέφερε την αναζωογόνηση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, με την επαναλειτουργία και ανάπτυξη μεγάλων ναυπηγικών και επισκευαστικών μονάδων.
Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στην περίπτωση του Κατακόλου, επισημαίνοντας ότι, παρά την υψηλή θέση του λιμανιού στις αφίξεις κρουαζιερόπλοιων, η στελέχωσή του παραμένει ανεπαρκής.
Κατά τον ίδιο, ο διαγωνισμός παραχώρησης του λιμένα δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για αλλαγή του μοντέλου λειτουργίας και για προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Ο κ. Δρόσος αναφέρθηκε και στον ρόλο των πανεπιστημίων, τονίζοντας τη σημασία της άμεσης διασύνδεσης των σπουδών με την αγορά εργασίας. Όπως ανέφερε, από το 2018 περίπου 105-108 άτομα έχουν αποφοιτήσει από το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, με ποσοστό απορρόφησης στην αγορά εργασίας της τάξης του 94%.
Το κόστος της νησιωτικότητας
Από την πλευρά της επιχειρηματικότητας, η Τζίνα Τσαντιρίζου, γενική γραμματέας του Συνδέσμου Επιχειρήσεων ΒΙΠΕ Ηρακλείου και αντιπρόεδρος για την Κρήτη της Ένωσης Οικονομικών Διευθυντών Ελλάδας, έθεσε στο επίκεντρο τον κρίσιμο ρόλο των μεταφορικών υποδομών για την ανταγωνιστικότητα των νησιωτικών επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, η Κρήτη διαθέτει ακαθάριστη προστιθέμενη αξία που προσεγγίζει τα 10 δισ. ευρώ και εξαγωγές περίπου 711 εκατ. ευρώ, με το 65% να προέρχεται από το Ηράκλειο.
Για τις επιχειρήσεις του νησιού, όμως, το λιμάνι αποτελεί ουσιαστικά τη βασική πύλη προς τις αγορές της ηπειρωτικής Ελλάδας και του εξωτερικού. Η ίδια υπογράμμισε ότι οι καθυστερήσεις στη διακίνηση φορτίων μπορούν να ακυρώσουν στην πράξη την ανταγωνιστικότητα ενός προϊόντος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ευπαθή αγροτικά αγαθά.
«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία της Κρήτης. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε το γεωγραφικό κόστος», τόνισε χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε την ανάγκη εκσυγχρονισμού των λιμενικών υποδομών, καλύτερης οργάνωσης των εμπορευματικών ροών και ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων που θα επιτρέπουν ακόμη και σε μικρούς παραγωγούς να συνδυάζουν φορτία και να αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση σε αγορές του εξωτερικού.
Παράλληλα, έθεσε και το ζήτημα της ένταξης της Κρήτης στο Μεταφορικό Ισοδύναμο, υπογραμμίζοντας ότι η νησιωτικότητα επιβαρύνει άμεσα το κόστος παραγωγής και μεταφοράς για τις επιχειρήσεις.