Η είσοδος της ΔΕΗ στη δημόσια διαβούλευση για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στις ζώνες 900 MHz και 1800 MHz αναζωπυρώνει τον ανταγωνισμό στην αγορά τηλεπικοινωνιών. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο όμιλος προχωρά σε φιλόδοξο επενδυτικό σχεδιασμό, με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4 δισ. ευρώ και συνολικές επενδύσεις που αγγίζουν τα 24 δισ. ευρώ, επιδιώκοντας παράλληλα να ενισχύσει την παρουσία του στις τηλεπικοινωνίες και να προσφέρει ολοκληρωμένες υπηρεσίες στους καταναλωτές.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΕΤΤ, η ΔΕΗ συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε φορέων που συμμετείχαν στη σχετική δημόσια διαβούλευση, η οποία ξεκίνησε στις 2 Φεβρουαρίου και ολοκληρώθηκε στις 7 Μαρτίου 2026. Μαζί της συμμετείχαν οι Cosmote Telecom, Vodafone, Nova και η GSMA, η διεθνής ένωση κινητών επικοινωνιών.
Αν και οι επίσημες τοποθετήσεις των συμμετεχόντων δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, στην αγορά επικρατεί η εκτίμηση ότι η συμμετοχή της ΔΕΗ δεν είναι τυπική, αλλά αποτυπώνει σαφή στρατηγική πρόθεση. Το ενδεχόμενο αυτό διαφοροποιεί πλήρως τα έως τώρα σενάρια που ήθελαν τη ΔΕΗ να εισέρχεται στην κινητή τηλεφωνία μέσω εξαγοράς υφιστάμενου μικρότερου παρόχου. Παράλληλα, ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο όμιλος ενδιαφέρεται και για πρόσθετο φάσμα που σχετίζεται με το 5G, στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά τις ισορροπίες στην αγορά.
Οι άδειες χρήσης φάσματος στα 900 MHz, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί το 2011 σε Cosmote, Vodafone και Nova έναντι συνολικού ποσού άνω των 380 εκατ. ευρώ, λήγουν το 2027, ενώ άλλες άδειες εκπνέουν το 2030 και το 2036. Στόχος της διαβούλευσης ήταν να διαπιστωθεί αν η ζήτηση υπερβαίνει το διαθέσιμο φάσμα, ώστε να αποφασιστεί αν θα ακολουθήσει διαδικασία δημοπρασίας ή απευθείας παραχώρηση με βάση την τιμή εκκίνησης. Η παρουσία νέου ενδιαφερόμενου παίκτη αυξάνει τις πιθανότητες σύγκρουσης συμφερόντων και καθιστά πιο πιθανή την επιλογή της δημοπρασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι όροι που θα καθορίσει η ΕΕΤΤ για τη διαδικασία, όπως οι τιμές εκκίνησης, η διάρκεια των αδειών, ο τρόπος πληρωμής και οι υποχρεώσεις ανάπτυξης δικτύων. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι είτε η επιδίωξη υψηλών κρατικών εσόδων μέσω αυξημένων τιμών εκκίνησης είτε μια περισσότερο επενδυτική προσέγγιση, με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη διάρκεια αδειών, σε ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό Digital Networks Act. Οι προτεινόμενες τιμές εκκίνησης διαμορφώνονται στα 23,26 εκατ. ευρώ για τα 900 MHz και στα 15,51 εκατ. ευρώ για τα 1800 MHz.
Η πιθανή επέκταση της ΔΕΗ στις κινητές επικοινωνίες ενισχύει τις ανακατατάξεις σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό και ανταγωνιστικό κλάδο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με υψηλές επενδυτικές ανάγκες αλλά και αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών για ταχύτερες και πιο αξιόπιστες ψηφιακές υπηρεσίες.
Ήδη, μέσω της ΔΕΗ Fiber Grid, ο όμιλος έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία στις οπτικές ίνες, αναπτύσσοντας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα το δεύτερο μεγαλύτερο δίκτυο FTTH στην Ελλάδα. Το δίκτυό της καλύπτει περίπου 1,7 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ περισσότερες από 1 εκατ. γραμμές είναι άμεσα διαθέσιμες εμπορικά. Μετά την έναρξη εμπορικής διάθεσης των υπηρεσιών της στα μέσα του 2025 και ακολουθώντας ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική, η εταιρεία ξεπέρασε τους 12.000 ενεργούς πελάτες έως το τέλος του έτους. Στόχος της είναι η επέκταση της κάλυψης στα 2,8 εκατ. νοικοκυριά έως το 2028.
Την ίδια στιγμή, η Cosmote Telekom εξακολουθεί να διατηρεί την κυρίαρχη θέση στην αγορά, διαθέτοντας 2,1 εκατ. γραμμές FTTH και περίπου 567.000 συνδρομητές στο τέλος του 2025, με ισχυρή αύξηση νέων συνδέσεων στο τελευταίο τρίμηνο. Η εταιρεία στοχεύει να επεκτείνει το δίκτυό της σε 3,5 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις έως το 2030. Από την πλευρά της, η Vodafone σχεδιάζει να φτάσει τις 850.000 γραμμές FTTH έως το 2027, ενώ η Nova ολοκλήρωσε το 2025 με περίπου 830.000 συνδέσεις.
Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι ο ΟΤΕ εξακολουθεί να ηγείται τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και πελατειακής βάσης, ωστόσο η ΔΕΗ Fiber Grid εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς σε σημαντικό παίκτη υποδομών, αυξάνοντας την πίεση προς Vodafone και Nova, οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν δύο ολοένα και ισχυρότερους ομίλους.