Σε καθεστώς πτώχευσης τέθηκε και επισήμως η ιστορική οινοποιία Ευάγγελος Τσάνταλης Α.Ε. Αμπελουργία – Οινοποιία – Αποσταγματοποιία (διακριτικός τίτλος «ΟΙΝΟΣ Α.Ε.»), με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο στις 12 Ιανουαρίου 2026. Το δικαστήριο όρισε ως χρόνο παύσης πληρωμών το 2023 και διόρισε σύνδικο πτώχευσης τη «Νικόλαος Δημ. Μαράντος Μονοπρόσωπη ΙΚΕ (NM Asset Management Advisors)», ενώ δρομολογείται η εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού ή επιμέρους λειτουργικών μονάδων της εταιρείας, βάσει του Πτωχευτικού Κώδικα.
Η εξέλιξη αυτή σφραγίζει το τέλος μιας πορείας άνω των 130 ετών και κλείνει ένα από τα πιο εμβληματικά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής οινοποιίας. Η διακοπή της παραγωγικής δραστηριότητας, η κατάθεση αίτησης πτώχευσης και η διαδικασία των πλειστηριασμών συνθέτουν μια εικόνα οριστικής κατάρρευσης, που υπερβαίνει τα όρια μιας μεμονωμένης επιχειρηματικής αποτυχίας και αγγίζει την ίδια την ιστορία του ελληνικού κρασιού.
Η οινοποιία Τσάνταλη ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα, με την οικογένεια να δραστηριοποιείται αρχικά στην παραγωγή ούζου και τσίπουρου στην Ανατολική Θράκη. Μετά τη μετεγκατάσταση στη Μακεδονία, η δραστηριότητα στράφηκε δυναμικά στο κρασί, με παρουσία σε κομβικές αμπελουργικές ζώνες όπως η Νάουσα, η Ραψάνη, η Χαλκιδική, η Μαρώνεια Θράκης και το Άγιο Όρος.
Κεντρική μορφή της σύγχρονης διαδρομής υπήρξε ο Ευάγγελος Τσάνταλης, ο οποίος από τη δεκαετία του 1940 έθεσε τις βάσεις για τη βιομηχανική και εξαγωγική ανάπτυξη της εταιρείας. Σταθμός θεωρείται το εγχείρημα του Μετοχίου Χρωμίτσας στο Άγιο Όρος, που οδήγησε στη δημιουργία του «Αγιορείτικου» και άνοιξε τον δρόμο για τη ρωσική αγορά. Η σχέση αυτή κορυφώθηκε το 2007, όταν κρασί της Τσάνταλη απέκτησε τον τίτλο του επίσημου προμηθευτή του Κρεμλίνου.
Από τη δεκαετία του 1970 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εταιρεία ακολούθησε επιθετική αναπτυξιακή στρατηγική, επενδύοντας σε νέους αμπελώνες, εξαγορές ιστορικών οινοποιείων και βιολογικές καλλιέργειες, ενώ εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ελληνικού κρασιού, με παρουσία σε περισσότερες από 50 χώρες. Μετά τον θάνατο του ιδρυτή το 1996, η διοίκηση πέρασε στη δεύτερη γενιά, διατηρώντας τον οικογενειακό χαρακτήρα.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι οικονομικές πιέσεις αποδείχθηκαν ασφυκτικές. Η απώλεια της ρωσικής αγοράς, συσσωρευμένα στρατηγικά λάθη και υψηλός δανεισμός οδήγησαν σε επιδείνωση των μεγεθών. Το 2022 ο κύκλος εργασιών υποχώρησε στα 20,6 εκατ. ευρώ, ενώ οι καθαρές ζημίες ανήλθαν στα 3,9 εκατ. ευρώ. Οι συνολικές υποχρεώσεις ξεπερνούν πλέον τα 65 εκατ. ευρώ, με τις συσσωρευμένες ζημίες να υπερβαίνουν τα 45 εκατ. ευρώ.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας διάσωσης, είχε κατατεθεί πρόταση εξαγοράς ύψους 11 εκατ. ευρώ από τα Ελληνικά Οινοποιεία των Ηλία και Θωμά Γεωργιάδη, η οποία όμως κρίθηκε μη συμφέρουσα από τους πιστωτές. Πλέον, το ιστορικό brand της Τσάνταλης βρίσκεται αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο κατακερματισμού μέσω πλειστηριασμών, με ακίνητα και αμπελώνες σε Νάουσα, Χαλκιδική και Ραψάνη να έχουν ήδη μπει στη διαδικασία εκποίησης.
Το τέλος της Τσάνταλης δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική είδηση, αλλά ένα ηχηρό πλήγμα για τον ελληνικό οινικό χάρτη, υπενθυμίζοντας πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και η πιο μακρόχρονη επιχειρηματική κληρονομιά.