Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέα δέσμη κυρώσεων σε εταιρείες, διαχειριστές και πλοία που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, εμπλέκονται σε δίκτυα μεταφοράς ιρανικού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, εντείνοντας τις πιέσεις για τη συρρίκνωση των εσόδων της Τεχεράνης. Στη μακρά λίστα προστέθηκαν και ελληνικών συμφερόντων ναυτιλιακές εταιρείες, γεγονός που προκαλεί ήδη αντιδράσεις και εξηγήσεις από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Μεταξύ των εταιρειών που κατονομάζονται βρίσκεται η Altomare S.A., η οποία εντάχθηκε στη λίστα κυρώσεων μαζί με το δεξαμενόπλοιο «Kallista». Σύμφωνα με το έγγραφο της αμερικανικής κυβέρνησης, το πλοίο, υπό σημαία Παναμά, φέρεται να μετέφερε μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2025 περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού αργού, για λογαριασμό της Sepehr Energy Jahan. Στο στόχαστρο βρέθηκαν επίσης οι Thasos Maritime and Trading S.A., Serifos Maritime and Trading S.A., Tilos Maritime and Trading S.A. και Corfu Maritime and Trading S.A., που φέρονται να έχουν μεταφέρει μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου πετρελαϊκού αερίου και άλλων προϊόντων προς τη Νότια Ασία.
Το εύρος των κυρώσεων δεν περιορίζεται στον ελληνόκτητο στόλο. Στη λίστα περιλαμβάνονται ακόμη η Luan Bird Shipping Service LLC, η Mars Investment LLC ως εταιρεία-βιτρίνα της Sepehr Energy Jahan, η παναμαϊκή Loire Shipping Inc., καθώς και η Moon Line Plastics and Raw Materials Trading LLC με έδρα τα ΗΑΕ, η οποία, όπως αναφέρεται, μετέφερε εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου. Κυρώσεις επιβλήθηκαν επίσης στην Alsafeenah Althahabya Ship and Boats Spare Parts, που φέρεται να διευκόλυνε μεταγγίσεις πετρελαίου, και στην ινδική RN Ship Management Pvt Ltd. Στη λίστα προστίθεται και η γερμανική BPT Berlin Petroleum Trading GmbH, καθώς και η Shandong Independent Energy Trading DMCC από τα ΗΑΕ, που σύμφωνα με τα στοιχεία πραγματοποίησε συναλλαγές άνω των 70 εκατομμυρίων δολαρίων.
Λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση του καταλόγου, η Altomare S.A. εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία εκφράζει «πλήρη έκπληξη και απογοήτευση», διαψεύδει κατηγορηματικά κάθε σύνδεση με τις μεταφορές που αναφέρει το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και τονίζει ότι τηρεί με απόλυτη αυστηρότητα όλους τους διεθνείς κανονισμούς και τα καθεστώτα κυρώσεων. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το «Kallista» βρισκόταν τη σχετική περίοδο στο λιμάνι της Μπάσρα στο Ιράκ για φόρτωση, με τελικό προορισμό το Παραντίπ της Ινδίας, και ότι η ναύλωση του πλοίου γινόταν από «φερέγγυους και αξιόπιστους ναυλωτές».
Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι η Altomare έχει ήδη ξεκινήσει, μέσω των νομικών της συμβούλων, ενέργειες για τη διόρθωση της καταχώρισης στη λίστα κυρώσεων, ζητώντας πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και αποκατάσταση της φήμης της. Παράλληλα, δηλώνει ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με πλήρη διαφάνεια με όλες τις αρμόδιες αρχές.
Με την Ουάσιγκτον να εντείνει τις πιέσεις γύρω από το δίκτυο ιρανικών εξαγωγών και τις εμπλεκόμενες εταιρείες να αρνούνται κατηγορηματικά την οποιαδήποτε σύνδεση, η υπόθεση αναμένεται να έχει συνέχεια, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε επιχειρηματικό επίπεδο, καθώς οι κυρώσεις OFAC συχνά επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία και τη διεθνή αξιοπιστία των εταιρειών που στοχοποιούνται.
Ολόκληρη η ανακοίνωση:
«Η Εταιρεία μας ενημερώθηκε σήμερα το πρωί ότι συμπεριελήφθη σε κατάλογο κυρώσεων της αμερικανικής υπηρεσίας OFAC. Η Εταιρεία εκφράζει την πλήρη έκπληξη και απογοήτευσή της για τη συγκεκριμένη αναφορά, καθώς το διαχειριζόμενο πλοίο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα με βάση την ανακοίνωση των αρχών, όντας ναυλωμένο από φερέγγυους και αξιόπιστους ναυλωτές βρισκόταν στο λιμάνι της Μπάσρα στο Ιράκ σε διαδικασία φόρτωσης με τελικό προορισμό το λιμάνι εκφόρτωσης στο Παραντίπ, στην Ινδία.
Η Εταιρεία μας δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα γεγονότα που αναφέρονται και ουδέποτε πραγματοποίησε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να συνδέεται με τις κατηγορίες ή να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με τις αμερικανικές κυρώσεις (sanctions). Καθ’ όλο το διάστημα της λειτουργίας μας, τηρούμε απαρέγκλιτα όλους τους διεθνείς κανονισμούς, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων των ΗΠΑ, της Ε.Ε. και των διεθνών οργανισμών.
Η Εταιρεία μας μέσω των συμβούλων της έχει προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες για τη διόρθωση της καταχώρησης στη λίστα των κυρώσεων, την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την αποκατάσταση της φήμης της εταιρείας δηλώνοντας παράλληλα ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με διαφάνεια με όλες τις αρμόδιες αρχές».