Γ. Μπάλτας:Η οικονομία και οι επιχειρήσεις απέναντι στην κρίση της επιδημίας του κορονοϊού

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
03 Απριλίου 2020 | Πρόσωπα
Γράφει ο Γεώργιος Μπάλτας Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Διδάκτωρ του Warwick Business School Διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας


Η επιδημία του κορονοϊού θα έχει ιστορικών διαστάσεων συνέπειες στην πραγματική οικονομία και τις επιχειρήσεις. Ας δούμε ποιες είναι οι βαθύτερες αιτίες αυτών των συνεπειών και πώς θα αποτυπωθούν σταδιακά πάνω στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές. Δεν θα επεκταθούμε εδώ στη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική διάσταση του προβλήματος, αλλά θα εστιάσουμε στην προσφορά και ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών. 

Ι. Τι προκαλεί άμεσα η ίδια η επιδημία. Η ίδια η επιδημία με άμεσο τρόπο αναστατώνει την ομαλή οικονομική και επιχειρηματική ζωή. 'Ανθρωποι που νοσούν, καταναλωτές που ανησυχούν, επενδυτές που αναβάλλουν τα σχέδια τους, και μία σειρά κλάδων που πλήττονται με βάναυσο τρόπο όπως οι αερομεταφορές, ο τουρισμός και η εστίαση. Και βέβαια, οι οικονομικοί πόροι που απαιτούνται για τη διαχείριση του τεράστιου αυτού υγειονομικού προβλήματος, σε ένα σύστημα υγείας που αντιμετώπιζε ήδη μεγάλη επιβάρυνση.

ΙΙ. Τι επιφέρει έμμεσα η επιδημία. Τα δρακόντεια μέτρα που τα κράτη έλαβαν για τον έλεγχο της επιδημίας είναι αναγκαία για τον περιορισμό της διάδοσης του κορονοϊού, αλλά θα έχουν δυστυχώς πολύ σοβαρές παρενέργειες στην οικονομία και τις επιχειρήσεις. Πρακτικά μιλάμε για αναστολή μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας και κρίσιμων επιχειρηματικών και παραγωγικών λειτουργιών. Είναι δε σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι τα δρακόντεια μέτρα που λαμβάνονται διεθνώς για τον κορονοϊό δεν έχουν ληφθεί ποτέ ξανά στη σύγχρονη ιστορία και μάλλον υπερβαίνουν σε αυστηρότητα και κλίμακα τα συνήθη μέτρα μίας εμπόλεμης κατάστασης. 

Οι άμεσες και οι έμμεσες συνέπειες της επιδημίας θα αποτυπωθούν τόσο στην προσφορά όσο και στην ζήτηση της πραγματικής οικονομίας.

Ειδικότερα:

ΙΙΙ. Στην πλευρά της προσφοράς δημιουργούνται πολλά σύνθετα προβλήματα. Καταρχάς, έχουμε την υπολειτουργία ή το προσωρινό κλείσιμο εργοστασίων και άλλων παραγωγικών μονάδων με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ομαλής παραγωγής προσφοράς αγαθών, τόσο σε κλάδους τελικών καταναλωτικών προϊόντων όσο σε κλάδους βιομηχανικών (Β2Β) προϊόντων και βασικών αγαθών (commodities). Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται από τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και στα logistics, ειδικά σε ό,τι αφορά τα διεθνή δίκτυα διανομής. 

Στο λιανικό εμπόριο, το κλείσιμο των φυσικών καταστημάτων στους περισσότερους εμπορικούς κλάδους αφήνει χιλιάδες επιχειρήσεις χωρίς έσοδα για ένα αβέβαια μακρύ χρονικό διάστημα και ορισμένες δεν θα μπορέσουν να επαναλειτουργήσουν μετά τη λήξη της κρίσης. 

Η παράταση της κρίσης θα έχει πάρα πολύ αρνητικές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις που λειτουργούν στον τουρισμό, την εστίαση και την ψυχαγωγία και οι οποίες ήδη δεν έχουν καθόλου έσοδα. 

Ταυτόχρονα, ορισμένα σημαντικά επενδυτικά σχέδια σε διάφορους επιχειρηματικούς κλάδους αναβάλλονται καθώς οι επενδυτές αποθαρρύνονται από την πολύ κακή συγκυρία. 

Είναι μάλλον αναμενόμενο ότι η κρίση αυτή θα φέρει σε δυσχερέστερη θέση μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τελικά θα προάγει την κλαδική συγκέντρωση σε διάφορους τομείς της οικονομίας.

Η μεγάλη ανησυχία όλων αφορά την απώλεια θέσεων εργασίας και την απότομη αύξηση της ανεργίας, με καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες. Αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζονταν χώρες όπως η Ελλάδα που μόλις πρόσφατα βγήκαν από πολυετή και πολύπλευρη κρίση. 

ΙV. Στην πλευρά της ζήτησης, οι συνέπειες του κορονοϊού είναι ήδη ορατές και σαφείς. Γεγονότα σαν μία τέτοια επιδημία προκαλούν φόβο, ανησυχία και γενικότερα πολύ αρνητική ψυχολογική διάθεση στους καταναλωτές. Μεγάλο ποσοστό των αγοραστικών αποφάσεων που λαμβάνει ο σύγχρονος καταναλωτής προϋποθέτει πολύ καλύτερη ψυχολογία και επομένως αγορές αυτής της κατηγορίας (π.χ., διαρκή αγαθά) αναστέλλονται. 

Η καταναλωτική ζήτηση περιορίζεται περαιτέρω εξαιτίας των περιορισμών στην κυκλοφορία των ατόμων και στη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων. 
Επιπλέον, οι ίδιοι οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν στενότερους εισοδηματικούς περιορισμούς και διαθέτουν λιγότερα χρήματα για αγορά προϊόντων και υπηρεσιών. Ο περιορισμός του διαθέσιμου εισοδήματος είναι μεγαλύτερος για τους καταναλωτές που έχασαν μισθούς, ημερομίσθια, επαγγελματικά και επιχειρηματικά έσοδα και κυρίως για όσους θα μείνουν χωρίς απασχόληση.

Η απότομη αύξηση της ζήτησης σε είδη διατροφής και προϊόντα οικιακής χρήσης που κατεγράφη τις αμέσως προηγούμενες ημέρες δεν υποκαθιστά την απώλεια ζήτησης στους άλλους κλάδους της οικονομίας και είναι βέβαιο ότι δεν θα συνεχισθεί με τον ίδιο ρυθμό, καθώς εξέφραζε την ιστορικά συνήθη επιθυμία των καταναλωτών να δημιουργήσουν ένα απόθεμα ασφαλείας από απαραίτητα προϊόντα σε στιγμές μεγάλης αβεβαιότητας.

Επομένως, η συνολική καταναλωτική ζήτηση θα μειωθεί σημαντικά, επιτείνοντας τις υφεσιακές πιέσεις που προήλθαν από το σοκ στην πλευρά της προσφοράς. Βέβαια, η μείωση της ζήτησης δεν θα είναι συμμετρική μεταξύ διαφορετικών κλάδων.

Τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η επιδημία αυτή έχει μεγάλο ανθρώπινο κόστος όχι μόνο ως υγειονομικό πρόβλημα, αλλά και ως ένα ιστορικών διαστάσεων αρνητικό σοκ στην οικονομία και τις επιχειρήσεις. 

Οι Έλληνες ξέρουμε πλέον καλά ότι μία βαθιά και όχι σύντομη οικονομική ύφεση δημιουργεί δευτερογενώς μεγάλο και πολύμορφο ανθρώπινο κόστος, εφόσον γρήγορα οι συνέπειες της ύφεσης υπερβαίνουν το οικονομικό πεδίο και αγγίζουν το βιοτικό επίπεδο των ατόμων, την ψυχολογική και σωματική υγεία των ανθρώπων, την κοινωνική συνοχή, το σύστημα υγείας και πρόνοιας, την εκπαίδευση, τη λειτουργία του κράτους, την ασφάλεια, την άμυνα, και κάθε παράγοντα που συντελεί στην ευημερία των πολιτών. 

Η πρωτοφανής αυτή απειλή δεν μπορεί δυστυχώς να εξουδετερωθεί με κάποιον μαγικό τρόπο, αλλά θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να περιορισθεί αισθητά με ένα εξίσου πρωτοφανές μείγμα μέτρων για την αποφασιστική ενίσχυση της προσφοράς αλλά και την υποστήριξη της ζήτησης.

Η αισιόδοξη πλευρά είναι ότι η Ελλάδα έχει ευτυχώς κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα βοηθούσαν μία απόπειρα της οικονομίας μας να δραπετεύσει από την απειλή μίας παρατεταμένης ύφεσης. 

Για παράδειγμα, η Ελλάδα διαθέτει έναν δυναμικό κλάδο τροφίμων, τυποποιημένων και μη, ο οποίος μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης και να στηρίξει την οικονομία όταν άλλοι κλάδοι της αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα. Η ζήτηση για τρόφιμα δεν θα μειωθεί σημαντικά ούτε στην εγχώρια ούτε στην διεθνή αγορά. Αντιθέτως οι ζήτηση από το εξωτερικό μπορεί να αυξηθεί, όπως επίσης να υπάρξει σχεδόν αναγκαστική υποκατάσταση εισαγωγών από την εγχώρια παραγωγή τροφίμων. 

Η Ελλάδα επίσης έχει ως τώρα ελέγξει την επιδημία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εάν αυτό συνεχιστεί θα καταστήσει τη χώρα μας ελκυστικότερο τουριστικό αλλά και επενδυτικό προορισμό.

Το κλίμα της χώρας και ειδικά οι υψηλές θερμοκρασίες των θερινών μηνών είναι πολύ πιθανό να βοηθήσουν στον περιορισμό της επιδημίας και στην επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας στους τομείς που έχει ανασταλεί.

Η πολύ φθηνή ενέργεια λόγω της κατάρρευσης των τιμών των υδρογονανθράκων θα λειτουργήσει επίσης θετικά στην οικονομία της Ελλάδας όπου το κόστος της ενέργειας είναι μεγάλο μέρος του κόστους παραγωγής.

Τέλος, η επιδημία αυτή κατέδειξε για άλλη μία φορά τη σημασία που έχει η εθνική παραγωγή και στην αντιμετώπιση κρίσεων και έκτακτων καταστάσεων.

Για παράδειγμα, η βιομηχανία φαρμάκου της χώρας παίζει σήμερα κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση των αναγκών του συστήματος υγείας. Η βιομηχανική και αγροτική παραγωγή όχι μόνο εγγυώνται την κάλυψη μέρους των ζωτικών αναγκών της χώρας, αλλά είναι επίσης λιγότερο ευαίσθητοι τομείς σε τέτοιες κρίσεις, με την έννοια ότι η εγχώρια και διεθνής ζήτηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα παραμένει περισσότερο ανθεκτική σε σχέση με τον τριτογενή τομέα. 'Αλλη μία κρίση λοιπόν μέσα σε λίγα χρόνια καταδεικνύει την ανάγκη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και την ευρύτερη σημασία μίας στέρεας και ισχυρής παραγωγικής βάσης. 
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ