ΙΟΒΕ: Η κρίση "χτύπησε" την Παιδεία - Κεντρική Εικόνα

ΙΟΒΕ: Η κρίση "χτύπησε" την Παιδεία

14 Μάιος 2019Πολιτική & Οικονομία

Την εξέλιξη των κοινωνικών χαρακτηριστικών των φοιτητών που εγγράφηκαν στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2001-2014 και τις επιπτώσεις της κρίσης στην πρόσβαση των φοιτητών και στην ισότητα των ευκαιριών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μετά το 2009 διερευνά μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Εκπαιδευτικές ανισότητες στην Ελλάδα: Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και επιπτώσεις της κρίσης».

Η μελέτη καταγράφει τις σημαντικές ανισότητες που επικρατούν στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στα επιμέρους ιδρύματα (πανεπιστήμια-ΤΕΙ-λοιπές επαγγελματικές σχολές), του κέντρου ή της περιφέρειας, καθώς και στα πεδία σπουδών και τα συγκεκριμένα ιδρύματα, με βάση το κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο οικογενειακής προέλευσης, το φύλο, την εθνική καταγωγή («δεύτερη γενιά» μεταναστών), και το σχολείο αποφοίτησης (δημόσιο ή ιδιωτικό) των φοιτητών. Η μελέτη αποτυπώνει, επίσης, τις σημαντικές μεταβολές που σημειώθηκαν στη διάρκεια της κρίσης στην κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού και την ισότητα των ευκαιριών πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Τα κυριότερα αποτελέσματα και συμπεράσματα της μελέτης συνοψίζονται στα εξής:

Η μελέτη καταγράφει σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μεταξύ φοιτητών με διαφορετικό επίπεδο κοινωνικό-μορφωτικής οικογενειακής προέλευσης. Ειδικότερα, περίπου το 40% των πρωτοετών φοιτητών είχαν το 2014 μητέρα απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όταν στον ευρύτερο πληθυσμό μόλις 27% των γυναικών συγκρίσιμης ηλικίας (35-54 ετών) έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η αντίστοιχη διαφορά στην πλευρά του πατέρα ανέρχεται σε 39% στους φοιτητές, έναντι 26% στο ευρύτερο πληθυσμό. Αντίστοιχα, αυξημένο στους φοιτητές είναι το ποσοστό γυναικών (53% έναντι 49,2% στο συνολικό πληθυσμό) και των αποφοίτων ιδιωτικών σχολείων (6,3% έναντι 3,8%) ενώ μειωμένο είναι το ποσοστό των μεταναστών (2,6% έναντι 9,5%).

Επιπλέον, η μελέτη δείχνει ότι στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μεταβλήθηκε η σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού. Το ποσοστό φοιτητών με άνεργους γονείς αυξήθηκε από 1,2% το 2001 σε 9,4% το 2014 στην πλευρά της μητέρας και από 0,8% σε 5,8% στην πλευρά του πατέρα. Επιπρόσθετα, ανακόπηκε η προγενέστερη τάση μείωσης των φοιτητών με χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο οικογενειακής προέλευσης.

Εντός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η μελέτη καταγράφει σημαντική και διαχρονική διαφορά στην κοινωνικό-μορφωτική οικογενειακή προέλευση των φοιτητών μεταξύ πανεπιστημιακών και άλλων ιδρυμάτων. Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές των πανεπιστημίων (53,3%) προήλθαν (το 2014) από οικογένειες με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο, έναντι 30,2% στα ΤΕΙ και 31,6% στους φοιτητές των λοιπών ιδρυμάτων. Επιπλέον, στα πανεπιστήμια είναι υψηλότερο το ποσοστό των φοιτητών που προήλθε από οικογένειες πολύ υψηλού κοινωνικό-μορφωτικού επιπέδου (6,4%) έναντι μόλις 1,3% στα ΤΕΙ και 1,1% στα λοιπά ιδρύματα. Αντίστοιχα, στα ΤΕΙ και τα λοιπά ιδρύματα περισσότεροι φοιτητές προήλθαν (το 2014) από οικογένειες μεσαίου (56,1% και 55,9%) και χαμηλού (12,4% και 11,5%) κοινωνικό-μορφωτικού επιπέδου.

Στη διάρκεια της κρίσης μειώθηκε η διαφορά ως προς το ποσοστό φοιτητών με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων μεταξύ των πανεπιστημίων και των υπόλοιπων ιδρυμάτων, (από 23,9 π.μ. το 2011 σε 23,1 π.μ. το 2014), ενώ αύξηση της διαφοράς παρατηρείται στο πολύ υψηλό επίπεδο (από 3,9 π.μ. σε 5,1 π.μ.).

Ακόμα, η μελέτη διαπιστώνει σημαντικές ανισότητες με βάση την προέλευση των φοιτητών ως προς τα πεδία σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυξημένα ποσοστά φοιτητών με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων παρατηρούνται στις πανεπιστημιακές σχολές ιατρικής (10,7% κατά μέσο όρο την περίοδο 2001-2014), μηχανικών (8,5%) και νομικής (7,7%). Απομονώνοντας τις συσχετίσεις με τα λοιπά κοινωνικά χαρακτηριστικά, προκύπτει ότι το πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο έχει την ισχυρότερη θετική επίδραση στην πιθανότητα φοίτησης στις σχολές μηχανικών (27,2%), ιατρικής (20,2%) και νομικής (11,9%). Μικρότερη, αλλά θετική και στατιστικά σημαντική είναι η επίδραση και στις άλλες επιστήμες υγείας (2,3%), στις φυσικομαθηματικές επιστήμες (2,1%) και στα τμήματα καλών τεχνών (2,1%).