Αφοί Λαμπρόπουλοι: 100 χρόνια εμπορίου  - Κεντρική Εικόνα

Αφοί Λαμπρόπουλοι: 100 χρόνια εμπορίου

17 Ιανουαρίου 2017Εικόνα στην Αγορά

Σχετικά άρθρα

του Δημήτρη Τσουκαλά

Η Αφοί Λαμπρόπουλοι είναι μια εταιρεία άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία και την πορεία του λιανικού εμπορίου στη χώρα μας, την αθηναϊκή αγορά και, σίγουρα είναι αυτή στην οποία θα πρέπει να πιστωθεί η εγκαθίδρυση της πρακτικής του πολυκαταστήματος στη σύγχρονη ελληνική καταναλωτική αγορά. Αν και, ίσως, σε αρκετούς νέους η συγκεκριμένη επωνυμία μπορεί να μη θυμίζει κάτι, οι περισσότεροι άνω των 30 ετών δεν είναι δυνατόν να μην έχουν έρθει σε επαφή μαζί της. 

Όπως προκύπτει, άλλωστε, και από το λεύκωμα του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Δημητρίου και Μπλανς Λαμπρόπουλου με τίτλο: ’Αφοί Λαμπρόπουλοι, 1901 - 1999 «διαλέγουν πρίν ἀπό σᾶς - γιά σᾶς» έχουμε να κάνουμε με μια εταιρεία με είδη ένδυσης και υπόδησης, ταξιδιωτικά είδη, λευκά είδη, αλλά και ραδιόφωνα και γραμμόφωνα παραγωγής της, μια εταιρεία που ανοίχθηκε από νωρίς στην ξένη αγορά για εισαγωγή ειδών προς χονδρική και λιανική πώληση, αλλά και με παρουσία στο βιομηχανικό πεδίο. Η Αφοί Λαμπρόπουλοι κυριάρχησε και διαμόρφωσε την εγχώρια αγορά εμπορίου χάρη στο εμπορικό δαιμόνιο των ιδρυτών της, τις αρχές διαχείρισης που εφάρμοζαν (καταλληλότητα εμπορευμάτων, καλές τιμές, έμφαση στον πελάτη με βάση την αρχή πως «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», διαχείριση προσωπικού) αλλά, φυσικά, και το παρθένο έδαφος εκείνη την εποχή για εμπορική δραστηριότητα και την ευνοϊκή συγκυρία της ανόδου του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Επίσης, σημαντικό ρόλο φαίνεται πως έπαιξε και η σταθερή επένδυση της εταιρείας σε διαφήμιση και επικοινωνία.

Η γέννηση της "αυτοκρατορίας"

Η Αφοί Λαμπρόπουλοι έλκει, τρόπον τινά, την καταγωγή της από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, όπου γεννήθηκε ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος, ο οποίος σε ηλικία 17 χρονών άφησε το ορεινό χωριό του και το παντοπωλείο του πατέρα του, Παναγιώτη, για να εργαστεί σε εμπορικά καταστήματα στον Πύργο Ηλείας. Εννιά χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1901, μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου εργάσθηκε αρχικά ως πλανόδιος πωλητής ανδρικών ειδών. Στην πρωτεύουσα τον ακολούθησε την ίδια χρονιά ο νεότερος αδερφός του, Βασίλειος, με την κοινή τους επιχείρηση να συνίσταται, ως το 1905, σε καρότσι με είδη ένδυσης, που το βράδυ παρέμενε στην πλατεία Αβησσυνίας. Το 1906, όμως, ιδρύουν την ομόρρυθμη εταιρεία Αδελφοί Π. Λαμπρόπουλοι, την οποία στέγασαν σε έναν υπόγειο χώρο, στη γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους, που σήμερα αποτελεί το Κτίριο Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας. Αυτός ο χώρος στην επέκτασή του στέγασε αργότερα και το κατάστημα των Αφών Λαμπρόπουλου, αν και το 1913 το κεντρικό κατάστημα μεταφέρθηκε στο κτίριο της οδού Αιόλου-Σταδίου, το οποίο με τον καιρό επεκτάθηκε παραπλεύρως σε ιδιόκτητα νεοκλασικά κτίρια επί της οδού Αιόλου/Λυκούργου. Εκείνη την εποχή το κατάστημα μπορούσε να λειτουργεί από τις 7 το πρωί ως τις 10 το βράδυ και βασικό αντικείμενο ήταν οι ανδρικοί νεωτερισμοί. Σύντομα στους δύο ιδρυτές προστέθηκαν τρεις υπάλληλοι και εισήχθησαν και οι πρώτες καινοτομίες: Κυριακή αργία, κατάργηση παζαριού και ορισμός τιμών.

Το 1927 έρχεται μια ακόμη σημαντική ημερομηνία για την εταιρεία, η οποία μετατρέπεται στην Ανώνυμη Βιομηχανική & Εμπορική Εταιρεία Αφοί Λαμπρόπουλοι. Ιδρυτικά μέλη είναι ο Ξενοφών και ο Βασίλειος, στην οποία συμμετέχουν επίσης οι αδελφοί τους, Κωνσταντίνος, Δημήτριος, Θεμιστοκλής και Θεόδωρος, καθώς και ο Αθανάσιος Τζάννης. Στο πρώτο Δ.Σ. συμμετέχει και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και έτσι και τα 7 αδέρφια αποτελούν πια ενεργό κομμάτι της επιχείρησης. Η Αφοί Λαμπρόπουλοι αποκτά εργοστάσιο στα Πατήσια (Σερίφου 22 και Αιλιανού), ενώ στα καταστήματά της στην Αθήνα προστίθενται σημεία στη Θεσσαλονίκη (1930) αλλά και στην Πάτρα (1931).

Το 1934 ιδρύεται υποκατάστημα και στην οδό Σταδίου, στο μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί το 1935 και ασχολήθηκε αποκλειστικά με την πώληση ραδιοφώνων και γραμμοφώνων, καθώς η εταιρεία είχε στο μεταξύ αγοράσει τη μάρκα His Master’s Voice. Την ίδια χρονιά, το κατάστημα στη Θεσσαλονίκη επεκτείνεται, ενώ σημαντική επέκταση και ανακαίνιση πραγματοποιείται στα καταστήματα των οδών Αιόλου και Λυκούργου μετά την αγορά του 1/3 του ακινήτου της οδού Λυκούργου 4. Στο κτίριο προστίθεται ένας όροφος και φιλοξενεί νέα τμήματα: το τμήμα γυναικείων φορεμάτων, εσωρούχων, το τμήμα γυναικείων υφασμάτων και, τέλος, το τμήμα γυναικείων καπέλων, γουναρικών και κοσμημάτων. Το 1936 αγοράζεται και ακίνητο στην οδό Λυκούργου 8, ενώ το 1940 αποφασίζεται και η αγορά του κτιρίου της οδού Λυκούργου 4, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα κτίρια της εταιρείας, ώστε να καταστεί δυνατή η ενοποίησή της. Μια χρονιά νωρίτερα είχε αγοραστεί ακίνητο επί της οδού Τσιμισκή 10 & Κομνηνών για τις ανάγκες της μετεγκατάστασης του καταστήματος της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη σε μεγαλύτερο χώρο. Παράλληλα, στις παραμονές του πολέμου, η Αφοί Λαμπρόπουλοι προχωρά σε μια πολύ σημαντική κίνηση, την εξαγορά του βιομηχανικού σήματος της οδοντόκρεμας Κolynos και του εντομοκτόνου Κatol για την Ελλάδα, καθώς και των εργαστηρίων κατασκευής τους.

Η ίδρυση της; Columbia

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Βασίλης Λαμπρόπουλος είχε ανακαλύψει τα γραμμόφωνα ως πωλητέο αντικείμενο από το 1930 και η Αφοί Λαμπρόπουλοι ανέλαβε τη σχετική χονδρική πώληση και «πλακών» φτιαγμένων από ελληνικά χέρια. Το 1932 ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος πρότεινε στην ΕΜΙ να ιδρυθεί εργοστάσιο εκτύπωσης στην Ελλάδα. Ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος υπήρξε ο καλλιτεχνικός επικεφαλής της νέας δράσης της εταιρείας, ενώ ο Θεμιστοκλής ήταν ο εμπορικός διευθυντής. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το εργοστάσιο Columbia καταστράφηκε, για να χτιστεί λίγο αργότερα. Τα κεφάλαια ήταν των Λαμπρόπουλων και αυτοί είχαν αναλάβει και την προώθηση. Σημαντικό στέλεχος για την ανάπτυξη της Columbia ήταν ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, που διαδέχθηκε το θείο του και υπηρξε εμπορικός διευθυντής της Columbia από το 1958 έως το 1973, όταν οι Λαμπρόπουλοι πούλησαν τα δικαιώματα και τα συμβόλαια που είχαν συνάψει με καλλιτέχνες στην ΕΜΙ. Μεταξύ των καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν για κάποιο διάστημα με την εταιρεία συμπεριλαμβάνονται ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Στέλιος Καζαντζίδης, αλλά και ο Γιάννης Τσαρούχης σαν εξωτερικός συνεργάτης για το σχεδιασμό των εξωφύλλων των δίσκων.

 

 

O Πόλεμος και η ανάκαμψη

Πέρα από την καταστροφή του εργοστασίου της Columbia, o πόλεμος άφησε και άλλα σημάδια στην Αφοί Λαμπρόπουλοι. Την περίοδο 1941-1943 ο εφοδιασμός από το εξωτερικό κατέστη αδύνατος και η επιχείρηση στράφηκε σε ελληνικά εμπορεύματα και πρώτες ύλες. Σταδιακά οι τιμές των προϊόντων ανεβαίνουν και οι πωλήσεις μειώνονται. Το 1942 τα καταστήματα της Αθήνας επιτάχθηκαν από τις δυνάμεις Κατοχής, ενώ τα καταστήματα σε Πάτρα και Θεσσαλονίκη κατέγραφαν πολύ περιορισμένες πωλήσεις.  Όλες οι δραστηριότητες της εταιρείας μειώνονται αισθητά και συγκεκριμένα τμήματα όπως αυτό της αρωματοποιίας ή των ενδυμάτων σταματούν τελείως τη λειτουργία τους. Επίσης, καθώς την περίοδο της Κατοχής και για το φόβο των βομβαρδισμών η εταιρεία αποθήκευε τα εμπορεύματα σε αποθήκη στην πλατεία Κολιάτσου, γνώρισε μεγάλο πλήγμα όταν αυτή λεηλατήθηκε στα επεισόδια των Δεκεμβριανών.  Έτσι, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, βρέθηκε χωρίς κεφάλαια και εμπορεύματα προς διακίνηση.

Κατά την τριετία 1946-1949 η εταιρεία επιχειρεί και κατορθώνει την ανάκαμψή της. Τμήματα ανασυγκροτούνται, τα καταστήματα ανακαινίζονται και η εταιρεία αρχίζει να καταγράφει ανοδική πορεία. Το 1951 η Αφοί Λαμπρόπουλοι γιορτάζει τα 50 χρόνια συνεχούς λειτουργίας της υπό σαφείς όρους ανάκαμψης και προόδου, που βελτιώνονται ακόμη περισσότερο μετά το 1953, όταν η απελευθέρωση των εισαγωγών επέτρεψε την εισαγωγή προϊόντων που δεν παράγονταν στην Ελλάδα. Οι Λαμπρόπουλοι ταξιδεύουν συχνά στην Ευρώπη και η εταιρεία αναλαμβάνει την αποκλειστική αντιπροσώπευση μαρκών όπως τα καπέλα ΗΑΒΙG και τα ραδιόφωνα WEGA, ενώ το 1955 ολοκληρώνεται η αποκατάσταση του βιομηχανικού κλάδου της εταιρείας, ο οποίος είχε ολοσχερώς καταστραφεί τον Δεκέμβριο του 1944.

Η πορεία προς την κορυφή

 

Ενώ η δεκαετία του ’50 αφιερώθηκε στην προσπάθεια να καλυφθεί το χαμένο έδαφος, η δεκαετία του 1960 ήταν εκείνη που οδήγησε την Αφοί Λαμπρόπουλοι στην κορυφή. Η γυναίκα μπαίνει στο επίκεντρο, ενώ τον Δεκέμβριο του 1965 εγκαινιάζεται ένα νέο κτίριο στην οδό Λυκούργου 6, με ωφέλιμη έκταση 6.500 τ.μ. σε σχεδιασμό και αρχιτεκτονική μελέτη του Σόλωνα Κυδωνιάτη. Πρόκειται για ένα σύγχρονο μέγαρο, για το οποίο εκτιμάται πως επενδύθηκαν περίπου 30 εκατ. δραχμές.

 

Το 1967 στο Δ.Σ. της εταιρείας μπαίνουν τρεις εκπρόσωποι της δεύτερης γενιάς της εταιρείας και πιο συγκεκριμένα οι ομώνυμοι Παναγιώτηδες (όλοι χρησιμοποιούσαν το υποκοριστικό Τάκης) του Ξενοφώντα, του Βασιλείου και του Κωνσταντίνου Λαμπρόπουλου. Πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες, που άφησαν τον στίγμα τους στο ελληνικό λιανεμπόριο, με τον Τάκη Ξ. Λαμπρόπουλο να αποτελεί και τον πρώτο Πρόεδρο του ΣΕΛΠΕ. Οι επενδύσεις συνεχίζονται και η εταιρεία ανακαινίζει τα καταστήματα και τις εγκαταστάσεις της βάζοντας τον πήχυ όλο και πιο ψηλά.

Το 1973 η εταιρεία συμμετέχει στις επιχειρήσεις ΕΜΙΑΛ, ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΕΤΜΑ, ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΤΙΤΑΝ, ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ, ΧΡΩΜΑΤΑ, ΒΙΟΣΩΛ και ΒΙΣ, ενώ το 1974 ιδρύει τη Λαμπρόπουλος Travels EΠΕ. Το 1977 ολοκληρώνεται η ανέγερση συγκροτήματος για τις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο 220ό χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, που κόστισε 47 εκατ. δραχμές, ενώ ξεκινά η ανέγερση οκταώροφου καταστήματος στον Πειραιά, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί τον Οκτώβριο του 1979 με 100 περίπου υπαλλήλους. 

Η πορεία προς την αυλαία

 

Η δύσκολη οικονομική συγκυρία, όμως, δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στην εταιρεία. Η πτώση των πωλήσεων, ο περιορισμός των εισαγόμενων προϊόντων αλλά και η αύξηση του επιτοκίου δανεισμού αφήνουν τα σημάδια τους, ενώ η κατάσταση πρόκειται να γίνει ακόμη πιο δύσκολη. Στις 19 Δεκεμβρίου 1980 Μινιόν και Κατράντζος παραδίδονται στις φλόγες κατά την εορταστική περίοδο και οι εμπρησμοί αυτοί, σε συνδυασμό με το σεισμό που ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 1981, επηρέασαν την εμπορική κίνηση του κέντρου της Αθήνας. Μάλιστα, οι εμπρησμοί δεν σταμάτησαν. Στις 3 Ιουνίου 1981 πυρπολήθηκαν τα καταστήματα Κλαουδάτος και Ατενέ, στις 4 Ιουλίου του Δραγώνα και τρεις μέρες αργότερα το πολυκατάστημα Λαμπρόπουλος στον Πειραιά. Η εταιρεία επενδύει σημαντικά σε φύλακες, συστήματα πυρόσβεσης και άλλες δικλίδες ασφαλείας, αλλά η κατάσταση παραμένει δύσκολη, καθώς οι πελάτες αποφεύγουν πια τα πολυκαταστήματα. Το 1983 τα καθαρά κέρδη μειώνονται από τα 102 εκατ. δραχμές στα 18 εκατ. δραχμές, ενώ η κάμψη είναι αισθητή και συνεχής για χρόνια. Μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο Τάκης Ξ. και ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος αποχωρούν από την εταιρεία πουλώντας τα μερίδιά τους.

 

Παρά τις δυσκολίες όμως, η Αφοί Λαμπρόπουλοι συνεχίζει να αναπτύσσεται και το 1990 εγκαινιάζει νέο κατάστημα στη Λάρισα. Επίσης, τον Δεκέμβριο του 1991 εγκαινιάζεται κατάστημα στη Γλυφάδα με την επωνυμία Lamda Gallery, με το οποίο η εταιρεία για πρώτη φορά εισήγαγε τη λογική του shop in a shop στην ελληνική αγορά. Το 1994 επιτεύχθηκε εμπορική συνεργασία με το J.C. Penny, σε επίπεδο καταστημάτων, και επέκταση των καταστημάτων franchising της Nectar. H χρονιά εκείνη χαρακτηρίζεται και από τη συνεργασία με τον όμιλο Παπαέλληνα στον τομέα αποθήκευσης, διανομής και πώλησης ειδών ευρείας διανομής.

Στα χρόνια που ακολουθούν η εταιρεία επενδύει περισσότερο στη στρατηγική του shop in shop, ενώ πλέον διαθέτει τρία καταστήματα -σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη- με το τελευταίο να γίνεται ιδιόκτητο στις αρχές του 1998, με κόστος 2,5 δισ. δραχμές. Η εποχή όμως και η συγκυρία επιβάλλουν συνεργασίες και τον Νοέμβριο του 2001 οι εταιρείες Cop Cosmetics, Αφοί Λαμπρόπουλοι, Σπόρτσμαν, Ένδυση, Αταλάντη, Παπαέλληνας Συμμετοχική, Παπαέλληνας Καταναλωτικά και Παπαέλληνας  Όμιλος Επιχειρήσεων συγχωνεύθηκαν για να δημιουργήσουν την εταιρεία NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕΒΕ. Οι επιχειρηματικές διαφωνίες οδήγησαν τελικά την οικογένεια Λαμπρόπουλου να αποχωρήσει από το σχήμα αλλά η συμβολή της στη χάραξη του χάρτη του ελληνικού εμπορίου παραμένει ανεξίτηλη.

Όπως αναφέρεται και στο λεύκωμα, αν και σήμερα η γωνία της Αιόλου στα Χαυτεία φέρει άλλο εμπορικό όνομα (Notos Galleries), το κατάστημα Αφοί Λαμπρόπουλοι έγινε τοπόσημο της πρωτεύουσας, άφησε το στίγμα του στην εμπορική ιστορία της Αθήνας και παραμένει συνδεδεμένο με την πορεία της ανάπτυξης της αγοράς και της πτώσης της αθηναϊκής αγοράς γύρω από την Ομόνοια.